dar

dar
ˈdar
verbo transitivo
1.
δίνω
contentou-se com a paga que lhe deram
συμβιβάστηκε με την πληρωμή που του έδωσαν
dá cá!
δώσ' το μου!
dá mais importância ao acessório do que ao essencial
δίνει μεγαλύτερη σημασία στο περιττό παρά στο ουσιώδες
dar a impressão
δίνω την εντύπωση
dar (alguma coisa) de presente (a alguém)
δίνω (κάτι) ως δώρο (σε κάποιον)
dar alta a um doente
δίνω εξιτήριο σ' έναν ασθενή
dar a mão
δίνω το χέρι μου
dar comida aos cães
δίνω φαγητό στα σκυλιά
dar esmola
δίνω ελεημοσύνη
dar esperanças (a alguém)
δίνω ελπίδες (σε κάποιον)
dar instruções (a alguém)
δίνω οδηγίες (σε κάποιον)
dar motivo
δίνω αφορμή
dar o exemplo
δίνω το παράδειγμα
dar prendas aos amigos
δίνω δώρα στους φίλους μου
dar sangue
δίνω αίμα
dar uma explicação (a alguém)
δίνω μια εξήγηση (σε κάποιον)
dar uma resposta categórica
δίνω μια κατηγορηματική απάντηση
dar um beijo (a alguém)
δίνω ένα φιλί (σε κάποιον)
dar um comprimido a um doente
δίνω ένα χάπι σε ασθενή
dar um gelado a uma criança
δίνω ένα παγωτό σ' ένα παιδί
dar um recado (a alguém)
δίνω ένα μήνυμα (σε κάποιον)
dás-me o sal, por favor?
μου δίνεις το αλάτι, σε παρακαλώ;
dei 100 euros pelos livros
έδωσα 100 ευρώ για τα βιβλία
dei-lhe a beber o xarope
του έδωσα να πιει το σιρόπι
dei-lhe liberdade de ação
του έδωσα ελευθερία δράσης
dei-lhe tempo para pensar
του έδωσα χρόνο για να σκεφτεί
dê-me um maço de cigarros, por favor
δώστε μου ένα πακέτο τσιγάρα, σας παρακαλώ
deu a borracha ao colega
έδωσε τη γόμμα στο συμμαθητή
deu as chaves ao marido
έδωσε τα κλειδιά στον άντρα της
deu-me uns dias para eu resolver
μου έδωσε λίγες μέρες για να αποφασίσω
deu o lugar a uma senhora
έδωσε τη θέση του σε μια κυρία
dou importância à sua opinião
δίνω σημασία στη γνώμη του
este anel foi-me dado pelos meus pais
αυτό το δακτυλίδι μου το έδωσαν οι γονείς μου
mal foi dado o alarme, as forças da ordem acorreram
μόλις δόθηκε ο συναγερμός, κατέφθασαν οι δυνάμεις ασφαλείας
não me deu oportunidade de me explicar
δεν μου έδωσε την ευκαιρία να εξηγηθώ
o capitão dá ordens à companhia
ο λοχαγός δίνει διαταγές στο λόχο του
pelos vistos, foi obrigado a dar a sua aquiescência
υποχρεώθηκε προφανώς να δώσει τη συγκατάβασή του
tens de lhe dar mais tempo de adaptação
πρέπει να του δώσεις περισσότερο χρόνο προσαρμογής
2.
δίνω, βγάζω, κάνω
árvore que dá muita fruta
δέντρο που δίνει πολλά φρούτα
estas oliveiras dão bom azeite
αυτές οι ελιές βγάζουν καλό λάδι
planta que dá flores brancas
φυτό που κάνει άσπρα λουλούδια
3.
δίνω, βγάζω
não sei se a venda deu lucros
δεν ξέρω αν η πώληση έδωσε κέρδος
4.
κάνω
dar aulas
κάνω μαθήματα
dar dois passos
κάνω δύο βήματα
dar uma festa
κάνω ένα πάρτι
dar uma injeção
κάνω μια ένεση
dar um concerto
κάνω μια συναυλία
dar um nó
κάνω ένα κόμπο
dar um passeio/uma volta
κάνω έναν περίπατο/μια βόλτα
5.
coloquial μεταδίδω
estão a dar as notícias
τώρα μεταδίδουν τις ειδήσεις
hoje, dão um bom filme
σήμερα, μεταδίδουν μια καλή ταινία
6.
coloquial κάνω
dou-lhe 30 anos
τον κάνω 30 ετών
não lhe dou mais de 60 anos
δεν τον κάνω πάνω από 60 χρόνων
7.
σημαίνω
o relógio deu três horas
το ρολόι σήμανε τις τρεις
8.
κάνω, ισούται [με]
5 vezes 3 dá 15
5 επί 3 κάνουν 15
dois mais dois dá quatro
δύο συν δύο κάνουν τέσσερα
9.
παραδίδω
dar uma matéria difícil
παραδίδω μια δύκολη ύλη
dar um novo capítulo
παραδίδω ένα νέο κεφάλαιο
10.
διδάσκω, μαθαίνω
dar História/Matemática/Física
διδάσκω Ιστορία/Μαθηματικά/Φυσική
11.
βγάζω
a tradução deu mais páginas do que o original
η μετάφραση έβγαλε περισσότερες σελίδες από το πρωτότυπο
12.
φέρνω
dar problemas
φέρνω προβλήματα
dar sorte/azar
φέρνω τύχη/κακοτυχία
13.
(jogos de cartas) μοιράζω
dar as cartas
μοιράζω τα χαρτιά
14.
θεωρώ [por/como, -]
dar (alguém) como morto
θεωρώ (κάποιον) νεκρό
dar (alguma coisa) por bem/mal empregada
θεωρώ ότι (κάτι) αξιοποιήθηκε καλά/πήγε στράφι
deram-no como desaparecido
τον θεώρησαν αγνοούμενο
dar a reunião por terminada
θεωρώ τη σύσκεψη λήξασα
deu a experiência por concluída
θεώρησε το πείραμα τελειωμένο
15.
κάνω [για]
a vida dele dava um filme
η ζωή του θα έκανε για μια ταινία
16.
(+ nome) [ρήμα που αντιστοιχεί στο ουσιαστικό]
dar abraços (a alguém)
αγκαλιάζω (κάποιον)
dar audiência
ακροώμαι
dar cumprimentos (a alguém)
χαιρετώ (κάποιον)
dar entrada
μπαίνω
dar gritos
κραυγάζω, φωνάζω
dar medo
φοβίζω
dar os parabéns (a alguém)
συγχαίρω (κάποιον)
dar os pêsames (a alguém)
συλλυπούμαι (κάποιον)
dar pena
λυπώ
dar saltos
πηδώ
dar volta a uma chave
γυρίζω ένα κλειδί
deu-me garantia que o produto era bom
μου εγγυήθηκε ότι το προϊόν ήταν καλό
17.
βρίσκω [com, -]
dar com uma casa/rua
βρίσκω ένα σπίτι/δρόμο
dei com ele escondido no sótão
τον βρήκα κρυμμένο στη σοφίτα
dei com o relógio dentro duma gaveta
βρήκα το ρολόι μέσα σ' ένα συρτάρι
deu com a resposta logo à primeira
βρήκε την απάντηση με την πρώτη
dificilmente demos com o caminho
δύσκολα βρήκαμε το δρόμο
não demos com a solução
δεν βρήκαμε τη λύση
18.
βλέπω [para, σε]
a cozinha dá para o pátio
η κουζίνα βλέπει στην αυλή
a nossa casa dá para a praça
το σπίτι μας βλέπει στην πλατεία
a rua que dá para o mar
ο δρόμος που βλέπει στη θάλασσα
esta janela dá para o jardim
αυτό το παράθυρο βλέπει στον κήπο
os quartos dão para um corredor
τα δωμάτια βλέπουν σ' ένα διάδρομο
19.
καταλήγω [em, -/σε]
a conversa deu em briga
η συζήτηση κατέληξε σε καυγά
aquele rapaz deu em ladrão
εκείνο το αγόρι κατέληξε κλέφτης
dar em doido
καταλήγω τρελός
isso não deu em nada
αυτό δεν κατέληξε πουθενά
20.
φτάνω [para, για]
esse dinheiro dá para (comprar) um vestido
αυτά τα λεφτά φτάνουν για (να αγοράσω) ένα φόρεμα
esta caixa dá para arrumar muita coisa
αυτό το κουτί φτάνει για να βολέψω πολλά πράγματα
estas folhas não dão para imprimir tudo
αυτά τα φύλλα δεν φτάνουν για να τα εκτυπώσω όλα
este tecido não dá para uma saia
αυτό το ύφασμα δεν φτάνει για μια φούστα
isto não dá para nada
αυτό δεν φτάνει για τίποτα
isto não dá para todos
αυτό δεν φτάνει για όλους
o ordenado não lhe dá para tudo
ο μισθός δεν του φτάνει για όλα
21.
φτάνω [por, σε]
a água dá-me pelo joelho
το νερό μου φτάνει στα γόνατα
ele dá-me pelo ombro
αυτός μου φτάνει στον ώμο
22.
παίρνω είδηση [por, -], παίρνω χαμπάρι [por, -], αντιλαμβάνομαι [por, -]
dar pela presença (de alguém)
αντιλαμβάνομαι την παρουσία (κάποιου)
demos pelo engano tarde de mais
αντιληφθήκαμε το λάθος πολύ αργά
deste pela sua saída?
πήρες χαμπάρι πότε έφυγε;
não dei por nada
δεν αντιλήφθηκα τίποτα
quando é que deste por isso?
πότε το πήρες χαμπάρι;
só hoje dei pela falta da caneta
μόνο σήμερα πήρα είδηση την έλλειψη του στυλό
23.
κάνω [para, για], είμαι κατάλληλος [para, για]
esta água não dá para beber
αυτό το νερό δεν κάνει για να το πιούμε
esta sala não dá para este tipo de espetáculos
αυτή η αίθουσα δεν κάνει για τέτοιου είδους παραστάσεις
este cadinho dá para fazer a experiência
αυτή η χοάνη είναι κατάλληλη για να γίνει το πείραμα
este fio dá para atar o embrulho
αυτός ο σπάγκος κάνει για να δέσω το δέμα
24.
κάνω [para, για]
achas que ele dá para professor?
πιστεύεις ότι αυτός κάνει για δάσκαλος;
ela não dá para esta vida
αυτή δεν κάνει γι' αυτή τη ζωή
25.
μου έρχεται [para, -]
como é que lhe deu para isso?
πώς και του ήρθε αυτό;
dá-me para dormir
μου έρχεται να κοιμηθώ
deu-lhe para aquilo
του ήρθε να κάνει αυτό
deu-lhes para brincar à chuva
τους ήρθε να παίζουν μέσα στη βροχή
deu-me para ficar a ver televisão
μου ήρθε να μείνω εκεί και να βλέπω τηλεόραση
26.
χτυπώ [com, -]
dar com a cabeça na parede
χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
dei com o braço na porta
χτύπησα το μπράτσο μου στην πόρτα
dei com o rabo no chão
χτύπησα τον πισινό μου χάμω
ela deu-me com a porta na cara
αυτή μου χτύπησε την πόρτα κατάμουτρα
27.
κινώ [a, -]
dar à bomba/manivela
κινώ την αντλία/μανιβέλα
dar à pata
κινώ τα πόδια μου
28.
ταιριάζω [com, με]
achas que a camisola dá com estas calças?
πιστεύεις ότι η μπλούζα ταιριάζει με αυτό το παντελόνι;
verbo intransitivo
1.
σημαίνω
cheguei quando estavam a dar as nove
έφτασα όταν σήμαιναν εννιά
já deu meio-dia
έχει πια σημάνει μεσημέρι
2.
πιάνω, έχω
aqui não dá sol
εδώ δεν έχει ήλιο
estenderam as toalhas onde dava sombra
άπλωσαν τις πετσέτες τους εκεί που έπιανε η σκιά
3.
πιάνω
deu-lhe um acesso de riso
τον έπιασε ένα ξέσπασμα γέλιου
deu-lhe um ataque
τον έπιασε κρίση
deu-me uma dor nas costas
μ' έπιασε ένας πόνος στην πλάτη
o que é que te deu?
τι σ' έπιασε;
4.
δείχνω
o que é que dá hoje na televisão?
τι δείχνει σήμερα στην τηλεόραση;
5.
(jogos de cartas) μοιράζω
as cartas já estão baralhadas, podes dar
τα χαρτιά είναι ήδη ανακατεμένα, μπορείς να μοιράσεις
6.
[impessoal]
coloquial είναι δυνατό/εφικτό, καταφέρνω
afinal, ontem não deu para passarmos por tua casa
τελικά, χθες δεν ήταν εφικτό να περάσουμε από το σπίτι σου
a ver se dá para tirares alguns dias de férias
για να δούμε αν θα είναι δυνατό να πάρεις λίγες μέρες διακοπές
dá para ver/ouvir alguma coisa?
καταφέρνεις να δεις/ακούς κάτι;
não dá!
δεν είναι δυνατό!
tentámos chegar a horas mas não deu
προσπαθήσαμε να φτάσουμε έγκαιρα, μα δεν το καταφέραμε
[impessoal]
a dar, a dar
κουνάμενος
com a cauda a dar, a dar
με κουνάμενη ουρά
dá-lhe!
βάρα τον!
dar (a alguém) para ali
μου έρχεται λόξα να κάνω αυτό
dar a alma ao Criador
αποδημώ εις Κύριον
dar a casca
θίγομαι
dar a conhecer
αποκαλύπτω
dar à costa
ξεβράζομαι
dar a entender
υπονοώ
dar à língua
1.
φλυαρώ, πολυλογώ
2.
κελαηδώ figurado, καταδίδω
dar à luz
γεννώ
dar a mão
βοηθώ
dar a mão à palmatória
παραδέχομαι λάθος μου, ανακαλώ
dar andamento (a alguma coisa)
διεκπεραιώνω (κάτι)
dar ao dente
μασουλώ, τρώω
dar ao/no mesmo
το ίδιο κάνει
isso vai dar ao mesmo
αυτό το ίδιο κάνει
dar a palavra
δίνω το λόγο μου
dar às de vila-diogo
το κόβω λάσπη, του δίνω
dar à sola
την κοπανάω, το σκάω
dar a volta ao estômago
ανακατεύω το στομάχι
a comida deu-me volta ao estômago
το φαγητό μου ανακάτεψε το στομάχι
dar baixa ao hospital
νοσηλεύομαι, μπαίνω στο νοσοκομείο
dar certo
πετυχαίνω
aquele truque deu certo
εκείνο το κόλπο πέτυχε
dar com a coisa
ανακαλύπτω τη δυσκολία
dar com a língua nos dentes
κελαηδώ figurado, μαρτυρώ
dar com o nariz na porta
βρίσκω την πόρτα κλειστή
dar confiança (a alguém)
επιτρέπω (σε κάποιον) να μου φέρεται με οικειότητα
dar conta (de alguma coisa)
παίρνω είδηση/χαμπάρι (κάτι), αντιλαμβάνομαι (κάτι)
dar de si
λασκάρω
dar ela por ela
φτάνω ίσα-ίσα
dar em casamento
δίνω εις γάμο
dar fruto
καρποφορώ
figurado dar graxa (a alguém)
γλείφω (κάποιον)
dar largas a
εκφράζω ελεύθερα
dar largas à alegria
εκφράζω ελεύθερα τη χαρά μου
dar na cabeça (de alguém)
μου έρχεται η λόξα να
agora, deu-lhe na cabeça estudar russo
τώρα, του ήρθε η λόξα να σπουδάσει ρωσικά
dar nas vistas
χτυπώ στο μάτι
figurado dar no preto para acertar no branco
δρω με πλάγια μέσα
dar o berro
1.
τα φτύνω, χαλάω
este rádio deu o berro
αυτό το ραδιόφωνο τα 'φτυσε
2.
τα τινάζω, τινάζω τα πέταλα
dar o dito por não dito
λέω και ξελέω
dar o sim
συγκατανεύω
dar o (sinal de) alarme
σημαίνω συναγερμό, δίνω σήμα συναγερμού
dar ouvidos
λαμβάνω υπ' όψη, δίνω σημασία
não dá ouvidos a calúnias
δεν δίνει σημασία σε συκοφαντίες
dar para trás (a alguém)
πάω κόντρα (σε κάποιον)
dar parte de fraco
υποκύπτω, ενδίδω
dar por ela
παίρνω είδηση
dar pulso livre
δίνω το ελεύθερο σε
dar que falar
κάνω ντόρο, κάνω πάταγο
dar que fazer
δυσκολεύω
aquele problema deu-me que fazer
εκείνο το πρόβλημα με δυσκόλεψε
dar que pensar
βάζω σε σκέψεις
as palavras dele deram-me que pensar
τα λόγια του μ' έβαλαν σε σκέψεις
dar razão
δίνω δίκιο
a posteriori, deram-lhe razão
εκ των υστέρων, του έδωσαν δίκιο
dar resultado
πετυχαίνω, φέρνω αποτέλεσμα
o truque deu resultado
το κόλπο πέτυχε
dar tempo ao tempo
1.
καιροφυλακτώ
2.
αφήνω το χρόνο να κάνει το έργο του
dar trabalho (a alguém)
φέρνω μπελάδες (σε κάποιον)
coloquial dar um ar da sua graça
1.
δείχνω τα προτερήματά μου
2.
calão, irónico κάνω γκάφα, αμολάω κοτσάνα
dar uma vista de olhos
ρίχνω μια ματιά
dar voltas na cama
στριφογυρίζω στο κρεβάτι
dar vontade de rir
είμαι για τα γέλια
de mãos a dar, a dar
με άδεια χέρια
dê por onde der
ό,τι κι αν συμβεί
já deu o que tinha a dar
τα έχει φτύσει
não dar (em) nada
είμαι εντελώς άχρηστος
ela não dá nada
είναι εντελώς άχρηστη
não dar nada por (alguém)
έχω (κάποιον) για φτύσιμο
(não) dar para entender
(δεν) βγάζω νόημα
não dar uma/duas para a caixa
κάνω άλλ' αντ' άλλων
para dar e vender
πάρα πολύ, με τη σέσουλα
tem esperteza para dar e vender
έχει πάρα πολλή εξυπνάδα

ter genica para dar e vender
έχω πάρα πολύ νεύρο
para o que der e vier
για παν ενδεχόμενο, για καλό και για κακό
(provérbio) quem dá aos pobres, empresta a Deus
κράτα με να σε κρατώ
quem me dera!
μακάρι!
quem me dera estar de férias!
μακάρι να ήμουν σε διακοπές!
ser dado a (alguém)
έχω την ευκαιρία
nunca me foi dado dedicar-me a...
ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να αφοσιωθώ σε...
tanto se me dá, como se me deu
το ίδιο μου κάνει
ANAGRAMAS
Porto Editora – dar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 03:45:18]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
dar a possibilidade de
παρέχει τη δυνατότητα
DIREITO
dar em penhor a terceiro
σύσταση ενεχύρου υπέρ τρίτου
não dar provimento ao recurso
μη αποδοχή της προσφυγής
dar origem ao direito de prioridade
γεννάται δικαίωμα προτεραιότητας
DIREITO, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
dar provimento a um recurso
μια προσφυγή γίνεται δεκτή
VER +