debandar

de.ban.dar
dəbɐ̃ˈdar
verbo intransitivo
1.
τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια, φεύγω όπως-όπως
derrotados e desmoralizados, os soldados debandaram
κατατροπωμένοι και αποθαρρυμένοι, οι στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή
2.
σκορπίζω
muita gente debandou, farta de ouvir aquele discurso sem interesse
πολλοί σκόρπιζαν, έχοντας βαρεθεί να ακούνε εκείνη την ανούσια ομιλία
Porto Editora – debandar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 11:15:41]. Disponível em