declinar

de.cli.nar
dəkliˈnar
verbo intransitivo
1.
κλίνω, κατηφορίζω
a vertente declinava perigosamente
η πλαγιά κατηφόριζε επικίνδυνα
2.
παρεκκλίνω [de, από/+ gen.]
o satélite declinou da trajetória prevista
ο δορυφόρος παρεξέκλινε της προβλεπόμενης τροχιάς
3.
παρακμάζω, δύω, φθίνω
à medida que a sua estrela declinava, outros chefes iam surgindo
καθώς το άστρο του έδυε, άλλοι αρχηγοί αναδεικνύονταν
a sua glória há muito que declinou
η δόξα του έδυσε προ πολλού
o Império Romano começava a declinar
η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχιζε να παρακμάζει
o poderio daquela superpotência começou a declinar
η ισχύς εκείνης της υπερδύναμης άρχισε να παρακμάζει
4.
δύω, βαίνω προς τη δύση
era tarde e o sol já declinava
ήταν αργά και ο ήλιος έβαινε πια προς τη δύση
5.
εξασθενώ
com os anos, o seu vigor foi declinando
με τα χρόνια, το σφρίγος του άρχισε να εξασθενεί
6.
πέφτω
a temperatura/febre declinou
η θερμοκρασία/ο πυρετός έπεσε
verbo transitivo
1.
αρνούμαι
declinar um convite/uma proposta
αρνούμαι μια πρόσκληση/πρόταση
2.
αποποιούμαι, απεκδύομαι literário
declinar uma honra
αποποιούμαι μια τιμή
nós declinamos qualquer responsabilidade
αποποιούμαστε πάσα ευθύνη
3.
GRAMÁTICA κλίνω
declinar um substantivo/adjetivo/pronome
κλίνω ένα ουσιαστικό/επίθετο/μια αντωνυμία
declinar o nome
λέω το όνομά μου
Porto Editora – declinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 20:05:07]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
declinar a sua competência / não se considerar competente
απεκδύoμαι της αρμoδιστητάς μoυ, κρίvω στι είμαι αvαρμσδιoς
declinar a sua competência
κρίνω ότι είμαι αναρμόδιος