defender

de.fen.der
dəfẽˈder
verbo transitivo
1.
(proteger) προστατεύω
defender (alguém) contra um opressor
προστατεύω (κάποιον) ενάντια σ' ένα δυνάστη
defender os deserdados da sorte
προστατεύω τους απόκληρους της ζωής
levantou o braço para defender a cara
σήκωσε το ένα χέρι για να προστατέψει το πρόσωπο
o irmão mais velho defendeu o mais novo
ο μεγαλύτερος αδελφός προστάτεψε το μικρότερο
os homens fizeram um círculo para defender as mulheres e as crianças
οι άντρες έκαναν κύκλο για να προστατέψουν τα γυναικόπαιδα
os soldados defenderam a população civil do ataque inimigo
οι στρατιώτες προστάτεψαν τους αμάχους από την εχθρική επίθεση
2.
(proteger lutando) υπερασπίζω, υπερασπίζομαι, προασπίζω
a artilharia defendeu o porto
το πυροβολικό προάσπισε το λιμάνι
defender a cidade contra os ataques do inimigo
υπερασπίζω την πόλη ενάντια στις εχθρικές επιθέσεις
defenderam o forte até ao último homem
υπεράσπισαν το οχυρό μέχρι τον τελευταίο άντρα
defender o país contra os invasores
υπερασπίζομαι τη χώρα ενάντια στους εισβολείς
lutou para defender a sua honra
πάλεψε για να προασπίσει την τιμή του
3.
(proteger, resguardar) προφυλάσσω [de, από], προστατεύω [de, από]
defender a floresta dos incêndios
προφυλάσσω τα δάση από τις φωτιές
defender o habitat dum animal
προφυλάσσω το φυσικό περιβάλλον ενός ζώου
defender os mares da pesca intensiva
προστατεύω τις θάλασσες από την εντατική αλιεία
este muro defende-nos do vento
αυτός ο τοίχος μας προφυλάσσει από τον αέρα
o casaco defendia-o do frio
το σακάκι τον προστάτευε από το κρύο
precauções que nos defendem de doenças
προφυλάξεις που μας προστατεύουν από ασθένειες
4.
(argumentar a favor) υπερασπίζω, υπερασπίζομαι, υποστηρίζω, προασπίζω, υπεραμύνομαι literário [+ gen.], συνηγορώ [υπέρ]
defende bem as suas ideias
υποστηρίζει καλά τις ιδέες του
defender a causa da independência dum território
υποστηρίζω τον αγώνα ανεξαρτησίας μιας περιοχής
defender a paz
προασπίζω την ειρήνη
defender a política governamental
υπεραμύνομαι της κυβερνητικής πολιτικής
defender as reformas fiscais
συνηγορώ υπέρ των οικονομικών μεταρρυθμίσεων
defender o património cultural
προασπίζω την πολιτιστική κληρονομιά
defender uma opinião/um princípio
υπεραμύνομαι μιας άποψης/αρχής
ele defende a liberdade de religião
αυτός υπερασπίζει την ανεξιθρησκία
nunca se negou a defender os amigos
ποτέ δεν αρνήθηκε να υπερασπιστεί τους φίλους του
sistema político que defende o coletivismo
πολιτικό σύστημα που υποστηρίζει την κοινοκτημοσύνη
5.
(proteger interesses) υπερασπίζω, υπερασπίζομαι, προασπίζω, υποστηρίζω
defendeu vigorosamente os seus privilégios
υπερασπίστηκε σθεναρά τα προνόμιά του
organização que defende os direitos do homem
οργάνωση που υπερασπίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου
sindicalistas que defendem os interesses da classe
συνδικαλιστές που προασπίζουν τα συμφέροντα του κλάδου
6.
DIREITO υπερασπίζω
defender uma causa em tribunal
υπερασπίζω μια υπόθεση στο δικαστήριο
o advogado defendeu bem o seu cliente
ο δικηγόρος υπεράσπισε καλά τον πελάτη του
7.
(tese, trabalho) υποστηρίζω
defender uma tese de mestrado
υποστηρίζω μια μεταπτυχιακή διατριβή
8.
φυλάω, προστατεύω
Deus te defenda do perigo!
ο Θεός να σε φυλάει από τον κίνδυνο!
9.
DESPORTO αποκρούω
o guarda-redes defendeu a cabeçada
ο τερματοφύλακας απέκρουσε την κεφαλιά
10.
απαγορεύω
Porto Editora – defender no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 05:51:53]. Disponível em