deficiente

adjetivo de 2 géneros
2.
ανεπαρκής
funcionamento deficiente do coração
ανεπαρκής λειτουργία της καρδιάς
3.
ατελής
execução deficiente de uma tarefa
ατελής εκτέλεση μιας εργασίας
4.
ανάπηρος
pessoa deficiente
ανάπηρος άνθρωπος
nome de 2 géneros
ανάπηρος masculino , άτομο neutro με ειδικές ανάγκες
escola para deficientes
σχολείο για άτομα με ειδικές ανάγκες
rampa utilizada por deficientes motores
ράμπα που χρησιμοποιείται από άτομα με κινητικές δυσκολίες
um deficiente físico
ένας σωματικά ανάπηρος
deficiente mental
διανοητικά καθυστερημένος
Como referenciar: Porto Editora – deficiente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-20 14:46:28]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
oxigenação deficiente
έλλειψη οξυγόνου,οξυγονοπενία
Ministro-Adjunto do Ministério da Saúde, encarregado dos Deficientes Mentais, da Promoção da Saúde, da Segurança Alimentar e da Saúde Pública
Υφυπουργός Υγείας με ειδική αρμοδιότητα για θέματα διανοητικής αναπηρίας, προώθησης της υγείας, ασφάλειας των τροφίμων και δημόσιας υγείας
Ministro-Adjunto, Ministério da Segurança Social (Ministro da Segurança Social e dos Deficientes)
Αναπληρωτής Υπουργός, Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης (υπεύθυνος για την κοινωνική ασφάλιση και τα μειονεκτούντα άτομα)
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA, QUESTÕES SOCIAIS
Intergrupo "Deficientes"
Διακομματική Ομάδα "Ανάπηροι"
futuros serviços de alarme e de advertência para os deficientes e idosos
πρότυπες υπηρεσίες συναγερμού και ειδοποίησης για άτομα με ειδικές ανάγκες και ηλικιωμένους
CIÊNCIAS
planta de reprodução sexuada deficiente
φυτά με ανεπαρκή φυλετική αναπαραγωγή
integração do jovem deficiente no ensino ordinário
ένταξη του νεαρού ατόμου με ειδικές ανάγκες στα συνήθη εκπαιδευτικά πλαίσια
VER +