demorar

de.mo.rar
dəmuˈrar
verbo transitivo
1.
καθυστερώ, αναβάλλω
por razões várias, demoraram o começo das férias
για διάφορους λόγους, καθυστέρησαν το ξεκίνημα των διακοπών
2.
καθυστερώ, αργώ
não nos demorem, temos coisas a fazer
μη μας αργείτε, έχουμε δουλειά
não quero demorá-lo
δεν θέλω να σας καθυστερήσω
3.
καθυστερώ
o telefonema dela demorou-me em casa
το τηλεφώνημά της με καθυστέρησε στο σπίτι
4.
παρατείνω
resolveram demorarem mais a reunião, a fim de resolverem tudo
αποφάσισαν να παρατείνουν τη συνάντηση, προκειμένου να λύσουν τα πάντα
5.
κάνω
demorámos horas a considerar as várias propostas
κάναμε ώρες για να εξετάσουμε τις διάφορες προτάσεις
demorei muito tempo a chegar
έκανα πολλή ώρα για να φτάσω
6.
κρατώ
a viagem demorou três horas
το ταξίδι κράτησε τρεις ώρες
verbo intransitivo
1.
καθυστερώ, αργώ, αργοπορώ
agradeço-lhes que não demorem muito
σας παρακαλώ να μην καθυστερήσετε πολύ
demorámos, mas cá estamos nós
αργήσαμε, μα να μας
não me convém demorar mais
δεν με βολεύει να αργήσω περισσότερο
2.
αργοπορώ
este trabalho está a demorar mais do que se esperava
αυτή η δουλειά αργοπορεί περισσότερο από το αναμενόμενο
3.
αργώ
a hora do almoço ainda demora
η ώρα φαγητού αργεί ακόμα
(ainda) demora muito?
θα αργήσετε (ακόμα) πολύ;
ela ainda demora a vir
αυτή θα αργήσει ακόμα να έρθει
eu não demoro
δεν θα αργήσω
um trabalho bem feito demora a fazer
μια σωστή δουλειά αργεί να γίνει
4.
αργώ, καθυστερώ
demorou a perceber a minha piada
καθυστέρησε να καταλάβει το αστείο μου
este ano, o verão demorou a chegar
φέτος, το καλοκαίρι άργησε να έρθει
5.
κρατώ
a narrativa não demorou muito
η αφήγηση δεν κράτησε πολύ
ANAGRAMAS
Porto Editora – demorar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 22:30:29]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ECONOMIA, FINANÇAS
juros de demora
τόκοι υπερημερίας
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
demora de linha base
χρονoϋστέρηση γραμμής βάσης LORAN
demora do atendimento
καθυστέρηση απάντησης
demora absoluta
απόλυτη καθυστέρηση
UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
a Comissão deve sem demora dar início ao procedimento
η Eπιτροπή κινεί αμελλητί τη διαδικασία
VER +