desacreditar

de.sa.cre.di.tar
dəzɐkrədiˈtar
verbo transitivo
2.
κηλιδώνω, στιγματίζω, σπιλώνω
depois de muita conspiração, conseguiu desacreditar o rival
μετά από πολλή συνωμοσία, κατάφερε να κηλιδώσει τον αντίζηλο
fez o possível por desacreditar o outro candidato
έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να στιγματίσει τον άλλο υποψήφιο
Porto Editora – desacreditar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 18:37:18]. Disponível em