desandar

de.san.dar
dəzɐ̃ˈdar
verbo intransitivo
2.
οπισθοχωρώ, οπισθοδρομώ
a cavalaria recebeu ordem para desandar
το ιππικό διατάχτηκε να οπισθοδρομήσει
3.
coloquial ξεκουμπίζομαι, την κοπανάω, την κάνω
arrebanhou a massa e desandou
άρπαξε τον παρά και την έκανε
eles já desandaram daqui!
αυτοί την κοπάνησαν κιόλας από δω!
mal viu as coisas mal paradas, o fulano desandou
μόλις τα βρήκε σκούρα, ο τύπος την κοπάνησε
o melhor é desandares, antes que ele chegue
καλύτερα να ξεκουμπιστείς, πριν έρθει αυτός
4.
μεταπίπτω
o negócio afinal desandou em prejuízo
η δουλειά τελικά μετέπεσε σε ζημία
talento prometedor que desandou em nada
ανερχόμενο ταλέντο που μετέπεσε σ' ένα τίποτα
5.
χειροτερεύω
não acredito que a tua sorte tenha desandado
δεν πιστεύω να χειροτέρευσε η τύχη σου
nos últimos tempos, a minha vida só tem desandado
τελευταία, η ζωή μου όλο και χειροτερεύει
6.
ξεβιδώνομαι
um parafuso mal apertado desandou
μια ξεσφιγμένη βίδα ξεβιδώθηκε
verbo transitivo
ξεβιδώνω
desandar um parafuso
ξεβιδώνω βίδα
Porto Editora – desandar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 16:48:46]. Disponível em