desatravancar

de.sa.tra.van.car
dəzɐtrɐvɐ̃ˈkar
verbo transitivo
1.
ξεφράζω, ξεμπλοκάρω
tiraram o tronco, para desatravancarem a estrada
έβγαλαν τον κορμό, για να ξεφράξουν το δρόμο
2.
μισοαδειάζω
desatravancou a cave, para arranjar espaço para um baú
μισοάδειασε το υπόγειο, για να κάνει χώρο για ένα μπαούλο
Porto Editora – desatravancar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 09:28:07]. Disponível em