descascar

des.cas.car
dəʃkɐʃˈkar
verbo transitivo
2.
ξεφλουδίζω
a humidade descascou parte da tinta
η υγρασία ξεφλούδισε μέρος από τη μπογιά
3.
figurado, coloquial κατσαδιάζω, μαλώνω, επιπλήττω
descascou-te por seres mal-educado
σε μάλωσε επειδή ήσουν αγενής
4.
figurado, coloquial θάβω
na entrevista, descascou o adversário político
στη συνέντευξη, έθαψε τον πολιτικό του αντίπαλο
5.
figurado, coloquial θάβω [em, -]
descascar num governante
θάβω έναν κυβερνώντα
verbo intransitivo
ξεφλουδίζω
o verniz da mesa é velho e está a descascar
το βερνίκι του τραπεζιού είναι παλιό και ξεφλουδίζει
uma serpente que está a descascar
ένα φίδι που ξεφλουδίζει
Porto Editora – descascar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 22:26:18]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
máquina de descascar as sementes de cacau depois de torradas
μηχανή για την αποφλοίωση των φύτρων(σπόρων)των καβουρντισμένων σπόρων κακάου
máquina de descascar batatas
μηχανικός αποφλοιωτής των πατατών
máquina de descascar maçãs e peras
μηχανικός αποφλοιωτής μήλων και αχλαδιών
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
descascador de facas rotativas / máquina de facas para descascar troncos
αποφλοιωτής με μαχαίρια, αποφλοιωτική μηχανή με περιστρεφόμενα μαχαίρια
descasque da primeira cortiça
απομάκρυνση του πρώτου στρώματος φελλού
fruto descascado
καθαρισμένος καρπός
EMPREGO E TRABALHO
condutor de descasque de arroz
μυλωνάς ορυζομύλων
condutor de aparelhos de descasque
χειριστής μηχανής αποφλοιώσεως σπόρων
VER +