descobrir

des.co.brir
dəʃkuˈbrir
verbo transitivo
2.
αποκαλύπτω
descobrir o busto dum herói
αποκαλύπτω την προτομή ενός ήρωα
3.
αποκαλύπτω, φανερώνω
a água escoou-se e descobriu o fundo da cisterna
το νερό στράγγιξε και φανέρωσε τον πάτο της δεξαμενής
4.
ανακαλύπτω
descobri as razões da sua atitude
ανακάλυψα τους λόγους της στάσης του
descobrir (alguma coisa) por acaso
ανακαλύπτω (κάτι) κατά τύχη
descobrir um antibiótico
ανακαλύπτω ένα αντιβιοτικό
descobrir um talento futebolístico
ανακαλύπτω ένα ποδοσφαιρικό ταλέντο
descobriu a verdade
ανακάλυψε την αλήθεια
descobriu o prazer da leitura
ανακάλυψε την ευχαρίστηση της ανάγνωσης
descobriu o segredo do cofre
ανακάλυψε το συνδυασμό του χρηματοκυβωτίου
descobriu uma baía num sítio remoto
ανακάλυψε έναν όρμο σε απόμερο σημείο
quem descobriu o Brasil?
ποιος ανακάλυψε τη Βραζιλία;
5.
ανακαλύπτω, βρίσκω
as joias foram descobertas num buraco do chão
τα κοσμήματα βρέθηκαν σε μια τρύπα στο πάτωμα
descobriram o esconderijo dos ladrões
ανακάλυψαν το κρησφύγετο των ληστών
descobriram-se indícios bastante comprometedores
ανακαλύφτηκαν αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία
descobriste as chaves?
βρήκες τα κλειδιά;
descobriu as pegadas dum urso
ανακάλυψε τις πατημασιές μιας αρκούδας
6.
ανακαλύπτω, εφευρίσκω
descobrir o papel
ανακαλύπτω το χαρτί
7.
αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω
a conspiração foi descoberta
η συνωμοσία αποκαλύφτηκε
as autoridades descobriram e neutralizaram a conjura
οι αρχές ξεσκέπασαν και εξουδετέρωσαν τη συνωμοσία
descobrir uma tramoia
αποκαλύπτω σκευωρία
descobrir um crime
ξεσκεπάζω ένα έγκλημα
um demagogo que foi descoberto
ένας λαοπλάνος που ξεσκεπάστηκε
8.
ανακαλύπτω, συνειδητοποιώ
descobri que nada podia fazer
ανακάλυψα ότι τίποτα δεν μπορούσα να κάνω
descobriu que o outro tinha más intenções
συνειδητοποίησε ότι ο άλλος είχε κακές προθέσεις
de repente, descobri que estava quase sem ar
ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν ξεμείνει από αέρα
verbo intransitivo
1.
(céu) ξανοίγω
depois da chuva, o céu descobriu
μετά τη βροχή, ο ουρανός ξάνοιξε
2.
(sol) αποκαλύπτομαι, φανερώνομαι
o sol descobriu e banhou-nos com os seus raios
ο ήλιος φανερώθηκε και μας έλουσε με τις ακτίνες του
descobrir a marosca
ανακαλύπτω την απατεωνιά
figurado descobrir o jogo
ανοίγω τα χαρτιά μου
Porto Editora – descobrir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 20:38:10]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pôr a descoberto os tecidos subcutâneos
αφήνω εκτεθειμένες τις υποδόρειες πτυχές του δέρματος
ECONOMIA
comissões bancárias de descoberto
οι τόκοι που επιβάλλονται για αναλήψεις που υπερκαλύπτουν το ποσό των καταθέσεων
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
a descoberto
απερικάλυπτος
objeto a descoberto / objeto a descoberto
διαβίβαση απερικάλυπτα, διαμετακόμιση απερικάλυπτα
trânsito a descoberto
διαμετακόμιση απερικαλύπτως
VER +