descortinar

des.cor.ti.nar
dəʃkurtiˈnar
verbo transitivo
2.
αφαιρώ τις κουρτίνες
3.
διακρίνω, ξεδιακρίνω
a custo descortinei a silhueta do navio
μετά βίας διέκρινα τη σιλουέτα του πλοίου
no meio da neblina, não era fácil descortinar fosse o que fosse
μέσα στην ομίχλη, δεν μπορούσες να ξεδιακρίνεις τίποτα
4.
κατανοώ
descortinar a dimensão dum problema
κατανοώ το μέγεθος ενός προβλήματος
não consigo descortinar as suas intenções
δεν μπορώ να κατανοήσω τις προθέσεις του
5.
αποκαλύπτω, φανερώνω
aquela descoberta descortinou-lhe novas hipóteses de trabalho
εκείνη η αποκάλυψη του φανέρωσε νέες κατευθύνσεις έρευνας
ANAGRAMAS
Porto Editora – descortinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 04:13:47]. Disponível em