desfear

des.fe.ar
dəʃˈfjar
verbo transitivo
ασχημαίνω, ασχημίζω
os edifícios modernos desfeiam o centro histórico
τα μοντέρνα κτίρια ασχημίζουν το ιστορικό κέντρο
um nariz demasiado grande, que lhe desfeava o rosto
μια υπερβολικά μεγάλη μύτη, που ασχήμαινε το πρόσωπό του
verbo intransitivo
δεν ταιριάζω
este móvel desfeia aqui
αυτό το έπιπλο δεν ταιριάζει εδώ
Porto Editora – desfear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 10:31:19]. Disponível em