desiludir

de.si.lu.dir
dəziluˈdir
verbo transitivo
1.
απογοητεύω, αποκαρδιώνω
aquela recusa desiludiu-me
εκείνη η άρνηση με απογοήτευσε
2.
απογοητεύω, στενοχωρώ
confiei nos meus filhos, e eles não me desiludiram
εμπιστεύτηκα τα παιδιά μου, και δεν με απογοήτευσαν
3.
απογοητεύω, ανοίγω τα μάτια, ξενερώνω
desiludi-o, pois acho que deve conhecer a realidade
του άνοιξα τα μάτια, διότι θεωρώ ότι πρέπει να γνωρίζει την πραγματικότητα
Porto Editora – desiludir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 15:51:50]. Disponível em