despachado

despachada
des.pa.cha.do
dəʃpɐˈʃadu
adjetivo
2.
ξεμπλεγμένος
calcula estar despachado cedo
λογαριάζει να έχει ξεμπλέξει νωρίς
3.
σταλμένος, απεσταλμένος
bagagem despachada
σταλμένες αποσκευές
correspondência despachada
απεσταλμένη αλληλογραφία
4.
σβέλτος
que despachada, arrumou a casa num instante!
τι σβέλτη είναι, συγύρισε το σπίτι στο τάκα-τάκα!
um empregado muito despachado
ένας σβέλτος υπάλληλος
5.
καταφερτζής, καπάτσος
pessoa despachada, que nunca se atrapalha
καταφερτζής άνθρωπος, που ποτέ δεν κολλάει
6.
popular καθαρισμένος, ξαποσταλμένος
foi despachado num instante, uma bala foi quanto bastou
τον ξαπόστειλαν στο άψε-σβήσε, μια σφαίρα ήταν αρκετή
despachado
forma do verbo despachar
particípio passado de despachar
Como referenciar: Porto Editora – despachado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-15 22:59:32]. Disponível em