despender

des.pen.der
dəʃpẽˈder
verbo transitivo
2.
καταναλώνω
motor que despende muita energia
κινητήρας που καταναλώνει πολλή ενέργεια
3.
καταβάλλω, αναλώνω
compensar (alguém) pelo esforço despendido
αποζημιώνω (κάποιον) για τον καταβλημένο κόπο
despender tempo em vão
αναλώνω χρόνο άσκοπα
despendeu forças para nada
κατέβαλε δυνάμεις για το τίποτα
4.
παρέχω αφειδώς
despender cuidados com os doentes
παρέχω αφειδώς περιποιήσεις στους αρρώστους
Como referenciar: Porto Editora – despender no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-17 03:30:55]. Disponível em