despojar

des.po.jar
dəʃpuˈʒar
verbo transitivo
2.
απογυμνώνω [de, από], αποστερώ [de, από]
a guerra despojou-os de tudo
ο πόλεμος τους αποστέρησε από τα πάντα
despojou das armas o adversário vencido
απογύμνωσε από τα όπλα του τον ηττημένο αντίπαλο
o irmão despojou-o do seu quinhão da herança
ο αδελφός του τον αποστέρησε από το μερτικό του από την κληρονομιά
3.
απαλλάσσω [de, από]
despojar (alguém) da roupa
απαλλάσσω (κάποιον) από τα ρούχα του
4.
απογυμνώνω [de, από]
despojei o texto de palavras supérfluas
απογύμνωσα το κείμενο από περιττά λόγια
o calor despojou a paisagem do seu manto de neve
η ζέστη απογύμνωσε το τοπίο από το μανδύα χιονιού
o outono despojou os plátanos das suas folhas
το φθινόπωρο απογύμνωσε τα πλατάνια από τα φύλλα τους
Como referenciar: Porto Editora – despojar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-20 15:59:51]. Disponível em