desprender-se

verbo pronominal
1.
ξεδένομαι
o cabo desprendeu-se e o barco ficou à deriva
το παλαμάρι ξεδέθηκε και η βάρκα έγινε έρμαιο των κυμάτων
2.
ελευθερώνομαι
depois de vários puxões, consegui desprender-me
μετά από κάμποσα τραβήγματα, κατάφερα να ελευθερωθώ
não pôde desprender-se daquele abraço que o sufocava
δεν μπόρεσε να ελευθερωθεί από εκείνη την αγκαλιά που τον έπνιγε
3.
αποξενώνομαι
com os anos, desprendeu-se dos amigos
με τα χρόνια, αποξενώθηκε από τους φίλους
4.
αναδίδομαι
colunas de fumo desprendiam-se dos escombros
τολύπες καπνού αναδίδονταν από τα χαλάσματα
do cadáver, desprendia-se um cheiro intenso a putrefação
από το κουφάρι, αναδιδόταν μια έντονη μυρωδιά αποσύνθεσης
um odor agradável desprendia-se da comida
μια ευχάριστη μυρωδιά αναδιδόταν από το φαγητό
5.
αποποιούμαι [de, -]
desprendeu-se daquela vida de ócio
αποποιήθηκε εκείνη τη ζωή οκνηρίας
desprendi-me dos prazeres materiais
αποποιήθηκα τις υλικές απολαύσεις
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – desprender-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 22:19:49]. Disponível em