destruir

des.tru.ir
dəʃtruˈir
verbo transitivo
1.
καταστρέφω
a guerra está a destruir o país
ο πόλεμος καταστρέφει τη χώρα
a ventania destruiu o telhado
η ανεμοθύελλα κατέστρεψε τη σκεπή
destruir ervas daninhas
καταστρέφω αγριόχορτα
destruir o habitat dum animal
καταστρέφω το φυσικό περιβάλλον ενός ζώου
destruir um documento incriminatório
καταστρέφω ένα ενοχοποιητικό έγγραφο
destruiu a resistência do adversário
κατέστρεψε την αντίσταση του αντιπάλου του
é pena destruírem um edifício tão emblemático
κρίμα που θα καταστρέψουν ένα τόσο εμβληματικό κτίριο
o bombardeamento destruiu a cidade
ο βομβαρδισμός κατέστρεψε την πόλη
o incêndio destruiu a floresta
η πυρκαγιά κατέστρεψε το δάσος
2.
figurado διαλύω, καταστρέφω
a bebida destruiu-lhe a vida
το ποτό κατέστρεψε τη ζωή του
aquela atitude destruiu a minha confiança nele
εκείνη η στάση κατέστρεψε την εμπιστοσύνη μου σ' αυτόν
aquele ato destruiu-lhe a reputação
εκείνη η πράξη διέλυσε την υπόληψή του
destruir a alegria (de alguém)
καταστρέφω τη χαρά (κάποιου)
nada conseguiu destruir as suas esperanças
τίποτα δε μπόρεσε να διαλύσει τις ελπίδες του
destruir totalmente
ισοπεδώνω
Porto Editora – destruir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 23:08:44]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
FINANÇAS
destruir sob a fiscalização aduaneira
καταστρέφω με τελωνειακή επίβλεψη
MEIO AMBIENTE
substância suscetível de destruir a camada de ozono
ουσία δυνάμενη να εξαντλήσει το στρώμα του όζοντος
QUESTÕES SOCIAIS
animal destruído em digestor
ζώο που καταστρέφεται με διαμελισμό