desvanecer

des.va.ne.cer
dəʒvɐnəˈser
verbo transitivo
2.
μετριάζω
aquela promessa desvaneceu as razões de queixa
εκείνη η υπόσχεση μέτριασε τα παράπονα
3.
κάνω υπερήφανο
as críticas favoráveis desvaneceram-na
οι ευνοϊκές κριτικές την έκαναν υπερήφανη
4.
μετριάζω, απαλύνω, μαλακώνω
desvanecer uma dor
μετριάζω έναν πόνο
nada podia desvanecer aquela tristeza
τίποτα δεν μπορούσε να απαλύνει εκείνη τη θλίψη
5.
ξεθωριάζω, ξασπρίζω
o sol desvaneceu as cores da cortina
ο ήλιος ξεθώριασε τα χρώματα της κουρτίνας
Como referenciar: Porto Editora – desvanecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-24 07:07:08]. Disponível em