Livros & Autores

Álvaro Magalhães

Autor em destaque

Manuel Jorge Marmelo

Autor em destaque

Mário de Carvalho

Autor em destaque

Bom português

puder ou poder?

ver mais

tras ou traz?

ver mais

a folha foi impressa ou imprimida?

ver mais

desfrutar ou disfrutar?

ver mais

caibo ou cabo?

ver mais

extrema ou estrema?

ver mais

brócolos ou bróculos?

ver mais

des.vi.ar dəʒˈvjar
verbo transitivo
1.
εκτρέπω
a derrocada obrigou a polícia a desviar o trânsito
η κατολίσθηση υποχρέωσε την αστυνομία να εκτρέψει την κυκλοφορία
desviar o leito dum rio
εκτρέπω την κοίτη ποταμού
desviar o traçado duma estrada
εκτρέπω τη διαδρομή ενός δρόμου
2.
τραβώ
sinónimo
afastar
desviámos a mesa mais para a esquerda
τραβήξαμε το τραπέζι πιο αριστερά
desviei o olhar para outro lado
τράβηξα το βλέμμα μου αλλού
desviou a cabeça para a direita
τράβηξε το κεφάλι του προς τα δεξιά
desviou o filho para a berma da estrada
τράβηξε το γιο της προς την άκρη του δρόμου
3.
παραμερίζω, μεριάζω, τραβώ
sinónimo
afastar para o lado
desviou a cortina para eu passar
παραμέρισε την κουρτίνα για να περάσω
desviou o obstáculo para facilitar o trânsito
τράβηξε το εμπόδιο για να διευκολύνει την κυκλοφορία
4.
μετακινώ
desviar dinheiro da saúde para outros fins
μετακινώ χρήματα από την υγεία προς άλλους σκοπούς
5.
υπεξαιρώ, καταχρώμαι, σφετερίζομαι
desviar dinheiro
υπεξαιρώ χρήματα
desviou fundos públicos
καταχράστηκε δημόσιους πόρους
6.
αποτρέπω
desviar (alguém) dos objetivos
αποτρέπω (κάποιον) από τους στόχους του
não me desviou das minhas intenções
δεν με απέτρεψε από τις προθέσεις μου
7.
αποτραβώ, απομακρύνω
consegui desviá-lo da bebida
κατάφερα να τον απομακρύνω από το πιοτό
desviar (alguém) de más influências
αποτραβώ (κάποιον) από κακές επιρροές
queria desviá-la daquele descalabro
ήθελα να την αποτραβήξω από εκείνη την κατρακύλα
8.
εκτρέπω, αλλάζω
desviar a conversa para outros assuntos
εκτρέπω τη συζήτηση για άλλα θέματα
desviou o rumo dos meus pensamentos
εξέτρεψε το ρου των σκέψεών μου
desviar a atenção
αποσπώ την προσοχή
desviar um avião
κάνω αεροπειρατεία

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
    desvio de procedimento
    κατάχρηση εξουσίας
  • DIREITO
    desvio de poder
    κατάχρηση εξουσίας
    abuso de poder / desvio de poder / excesso de poder
    κατάχρηση εξουσίας, υπέρβαση εξουσίας
  • DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS, INDÚSTRIA
    desvio de substâncias
    διοχέτευση ουσιών
  • DIREITO, TRANSPORTES
    desvio de navio
    πειρατεία
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    desvio quadrático médio / desvio-padrão
    τυπική απόκλιση
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    desvio de chamadas / reencaminhamento de chamada / reencaminhamento de chamadas
    εκτροπή κλήσεων, προώθηση κλήσεων, προώθηση κλήσης, προώθηση κλίσεων, υπηρεσία εκτροπής κλήσεων
    desvio total de fase
    συνολική απόκλιση φάσεως
  • FINANÇAS
    desvio do comércio
    εκτροπή του εμπορίου
    desvio monetário
    νομισματική απόκλιση, νομισματική διαφορά
  • FINANÇAS, TRANSPORTES
    desvio de tráfego
    εκτροπή του εμπορίου
    desvio do tráfego
    εκτροπή των θαλάσσιων εμπορευματικών μεταφορών
  • INDÚSTRIA
    desviar parte do vapor de derivação para o condensador
    παράκαμψη προς τον συμπυκνωτή τμήματος της υπερπαραγωγής
    desvio de direção
    ταλάντωση περί τον κατακόρυφο άξονα
  • TRANSPORTES
    Lista de Desvio de Versão
    Κατάλογος παρέκλισης από διαμόρφωση
    desvio do rumo do voo
    παρέκκλιση ίχνους
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – desviar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-05-20 12:35:58]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
    desvio de procedimento
    κατάχρηση εξουσίας
  • DIREITO
    desvio de poder
    κατάχρηση εξουσίας
    abuso de poder / desvio de poder / excesso de poder
    κατάχρηση εξουσίας, υπέρβαση εξουσίας
  • DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS, INDÚSTRIA
    desvio de substâncias
    διοχέτευση ουσιών
  • DIREITO, TRANSPORTES
    desvio de navio
    πειρατεία
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    desvio quadrático médio / desvio-padrão
    τυπική απόκλιση
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    desvio de chamadas / reencaminhamento de chamada / reencaminhamento de chamadas
    εκτροπή κλήσεων, προώθηση κλήσεων, προώθηση κλήσης, προώθηση κλίσεων, υπηρεσία εκτροπής κλήσεων
    desvio total de fase
    συνολική απόκλιση φάσεως
  • FINANÇAS
    desvio do comércio
    εκτροπή του εμπορίου
    desvio monetário
    νομισματική απόκλιση, νομισματική διαφορά
  • FINANÇAS, TRANSPORTES
    desvio de tráfego
    εκτροπή του εμπορίου
    desvio do tráfego
    εκτροπή των θαλάσσιων εμπορευματικών μεταφορών
  • INDÚSTRIA
    desviar parte do vapor de derivação para o condensador
    παράκαμψη προς τον συμπυκνωτή τμήματος της υπερπαραγωγής
    desvio de direção
    ταλάντωση περί τον κατακόρυφο άξονα
  • TRANSPORTES
    Lista de Desvio de Versão
    Κατάλογος παρέκλισης από διαμόρφωση
    desvio do rumo do voo
    παρέκκλιση ίχνους
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+

Livros & Autores

Álvaro Magalhães

Autor em destaque

Manuel Jorge Marmelo

Autor em destaque

Mário de Carvalho

Autor em destaque

Bom português

puder ou poder?

ver mais

tras ou traz?

ver mais

a folha foi impressa ou imprimida?

ver mais

desfrutar ou disfrutar?

ver mais

caibo ou cabo?

ver mais

extrema ou estrema?

ver mais

brócolos ou bróculos?

ver mais