MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
favoritos
des.vi.oseparador fonéticadəʒˈviu
nome masculino
1.
εκτροπή feminino
o desvio do leito dum rio
η εκτροπή της κοίτης ποταμού
2.
παρέκκλιση feminino, παρεκτροπή feminino
desvio de rota
παρεκτροπή πορείας
verificou-se um desvio na trajetória
παρατηρήθηκε παρέκκλιση της τροχιάς
3.
απόκλιση feminino, παρέκκλιση feminino
desvio doutrinário
δογματική παρέκκλιση
4.
μετακίνηση feminino
desvio de verbas para um fim diferente do inicial
μετακίνηση κονδυλίων για ένα σκοπό διαφορετικό από τον αρχικό
5.
υπεξαίρεση feminino, κατάχρηση feminino
desvio de fundos públicos
κατάχρηση δημοσίου χρήματος
6.
απομάκρυνση feminino, αποτράβηγμα neutro
sem a ajuda da família, o seu desvio das más companhias teria sido impossível
χωρίς τη βοήθεια της οικογένειας, η απομάκρυνσή του από τις κακές παρέες θα ήταν αδύνατη
7.
παράκαμψη feminino
fazer um desvio
κάνω μια παράκαμψη
8.
παράκαμψη feminino, παρακαμπτήριος feminino
durante as obras, os veículos circulavam num desvio
κατά τη διάρκεια των έργων, τα οχήματα κυκλοφορούσαν σε παρακαμπτήριο
o desvio não estava bem assinalado
η παράκαμψη δεν ήταν καλά σηματοδοτημένη
9.
(caminho de ferro) παρακαμπτήριος γραμμή feminino
o comboio passou para um desvio
ο συρμός πέρασε σε παρακαμπτήριο γραμμή
desvio da bússola/agulha magnética
παρεκτροπή πυξίδας
desvio da coluna vertebral
παρέκκλιση της σπονδυλικής στήλης
desvio padrão
πρότυπη απόκλιση
desvio
Presente do Indicativo do verbo desviar
expandir
eu
desvio
tu
desvias
ele, ela, você
desvia
nós
desviamos
vós
desviais
eles, elas, vocês
desviam

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • information technology and data processing / statistics
    amplitude / gama de variação / desvio
    el
    απόκλισις, κύμανση, εύρος
  • international trade / arms trade
    desvio
    el
    εκτροπή
  • statistics / SCIENCE
    desvio
    el
    απόκλισις, απόκλιση
  • earth sciences / ENVIRONMENT
    vibração eixo x / desvio / vibração estável / oscilação
    el
    δόνηση κατά την διεύθυνση του άξονα χ
  • TRANSPORT / land transport
    desvio / contorno / variante
    el
    παρακαμπτήριος
  • electronics and electrical engineering
    encaminhamento alternativo / via alternativa / desvio
    el
    εναλλακτική κατεύθυνση, εναλλακτική δρομολόγηση, αναδρομολόγηση, εναλλακτική όδευση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    ramal / desvio
    el
    διακλάδωσις σιδηροδρομικής γραμμής
  • electronics and electrical engineering
    desvio / deslizamento
    el
    ολίσθηση
  • land transport / TRANSPORT
    desvio / ramal
    el
    παρακαμπτήρια γραμμή, διακλάδωση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    desvio / passagem por fora
    el
    αγωγός μπάιπας(κν.), αγωγός παράκαμψης
  • earth sciences
    deflexão / desvio
    el
    εκτροπή, απόκλισις
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    desvio / mal centrado
    el
    εσφαλμένο κεντράρισμα
  • electronics and electrical engineering
    desvio
    el
    ολίσθηση
  • electronics and electrical engineering
    desvio
    el
    ολίσθηση
  • earth sciences
    desvio
    el
    απόκλιση
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    desvio
    el
    εκτροπή οπής γεώτρησης
  • air transport
    desvio
    el
    έκπτωση
  • social sciences
    desvio
    el
    παρέκκλιση
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    desvio
    el
    Διολίσθηση, ολίσθηση
  • social sciences
    desvio
    el
    εκτροπή, έκτροπη κοινωνική συμπεριφορά
  • statistics / SCIENCE
    desvio-padrão / desvio tipo / desvio típico
    el
    τυπική απόκλιση
  • SCIENCE / statistics
    1.º momento absoluto em relação à média / desvio absoluto médio / desvio médio
    el
    μέση απόκλιση, μέσο απόλυτο σφάλμα
  • technical regulations / means of transport
    desvio ótico
    el
    οπτική απόκλιση
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    desvio da pá
    el
    βέλος πτερυγίου
  • economic analysis / taxation
    hiato do IVA / desvio na cobrança do IVA / desvio do IVA
    el
    έλλειμμα ΦΠΑ
  • taxation
    diferencial de tributação / desvio fiscal / hiato fiscal
    el
    φορολογικό χάσμα
  • industrial structures / technology and technical regulations
    fora de tom / desvio de cor
    el
    χρωματική απόκλιση
  • chemical compound / industrial structures
    desalinhamento da cor / desvio da cor
    el
    `Eγχρωμο σημάδι
  • land transport / TRANSPORT
    desvio do voo
    el
    απόκλιση σχεδίου πτήσεως
  • social sciences
    desvio social
    el
    κοινωνική απόκλιση
  • earth sciences / life sciences
    desvio radial
    el
    ακτινική μετατόπιση
  • LAW / FINANCE
    desvio fiscal
    el
    φορολογικό στοιχείο
  • taxation
    desvio pautal
    el
    δασμολογική παρεκτροπή
  • precision engineering
    desvio do zero / deriva do zero / deriva da resposta ao zero
    el
    απόκλιση του "μηδέν", μετατόπιση του "μηδέν", ολίσθηση μηδενός
  • statistics
    erro mediano / erro equiprovável / erro provável / desvio provável / desvio mediano / desvio equiprovável
    el
    πιθανό σφάλμα
  • earth sciences
    taxa de derivação / taxa de desvio
    el
    λόγος εκτροπής
  • industrial structures
    desvio angular / enviesamento
    el
    γωνιακή απόκλιση
  • technology and technical regulations
    desvio efetivo
    el
    πραγματική απόκλιση
  • electronics and electrical engineering
    desvio de fase
    el
    μετατόπιση φάσεως, μετατόπιση φάσης
  • electronics and electrical engineering
    desvio de fase
    el
    μετατόπιση φάσης, τρανζίστορ
  • communications
    desvio de fase
    el
    φασική απόκλιση, απόκλιση φάσης
  • electronics and electrical engineering
    desvio de zero
    el
    μετατόπιση του μηδενός
  • mechanical engineering / building and public works
    tubo de desvio
    el
    στόμιον εκτροπής
  • textile industry
    desvio angular
    el
    στραβό, λοξό
  • mechanical engineering
    desvio de cabo
    el
    παρέκκλιση συρματόσχοινου, απόκλιση συρματόσχοινου
  • mechanical engineering
    roda de desvio
    el
    τροχαλία απόκλισης, τροχαλία παρέκκλισης
  • mechanical engineering
    roda de desvio
    el
    τροχαλία αναστροφής
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – desvio no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-17 17:21:12]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • information technology and data processing / statistics
    amplitude / gama de variação / desvio
    el
    απόκλισις, κύμανση, εύρος
  • international trade / arms trade
    desvio
    el
    εκτροπή
  • statistics / SCIENCE
    desvio
    el
    απόκλισις, απόκλιση
  • earth sciences / ENVIRONMENT
    vibração eixo x / desvio / vibração estável / oscilação
    el
    δόνηση κατά την διεύθυνση του άξονα χ
  • TRANSPORT / land transport
    desvio / contorno / variante
    el
    παρακαμπτήριος
  • electronics and electrical engineering
    encaminhamento alternativo / via alternativa / desvio
    el
    εναλλακτική κατεύθυνση, εναλλακτική δρομολόγηση, αναδρομολόγηση, εναλλακτική όδευση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / building and public works
    ramal / desvio
    el
    διακλάδωσις σιδηροδρομικής γραμμής
  • electronics and electrical engineering
    desvio / deslizamento
    el
    ολίσθηση
  • land transport / TRANSPORT
    desvio / ramal
    el
    παρακαμπτήρια γραμμή, διακλάδωση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    desvio / passagem por fora
    el
    αγωγός μπάιπας(κν.), αγωγός παράκαμψης
  • earth sciences
    deflexão / desvio
    el
    εκτροπή, απόκλισις
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    desvio / mal centrado
    el
    εσφαλμένο κεντράρισμα
  • electronics and electrical engineering
    desvio
    el
    ολίσθηση
  • electronics and electrical engineering
    desvio
    el
    ολίσθηση
  • earth sciences
    desvio
    el
    απόκλιση
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    desvio
    el
    εκτροπή οπής γεώτρησης
  • air transport
    desvio
    el
    έκπτωση
  • social sciences
    desvio
    el
    παρέκκλιση
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    desvio
    el
    Διολίσθηση, ολίσθηση
  • social sciences
    desvio
    el
    εκτροπή, έκτροπη κοινωνική συμπεριφορά
  • statistics / SCIENCE
    desvio-padrão / desvio tipo / desvio típico
    el
    τυπική απόκλιση
  • SCIENCE / statistics
    1.º momento absoluto em relação à média / desvio absoluto médio / desvio médio
    el
    μέση απόκλιση, μέσο απόλυτο σφάλμα
  • technical regulations / means of transport
    desvio ótico
    el
    οπτική απόκλιση
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    desvio da pá
    el
    βέλος πτερυγίου
  • economic analysis / taxation
    hiato do IVA / desvio na cobrança do IVA / desvio do IVA
    el
    έλλειμμα ΦΠΑ
  • taxation
    diferencial de tributação / desvio fiscal / hiato fiscal
    el
    φορολογικό χάσμα
  • industrial structures / technology and technical regulations
    fora de tom / desvio de cor
    el
    χρωματική απόκλιση
  • chemical compound / industrial structures
    desalinhamento da cor / desvio da cor
    el
    `Eγχρωμο σημάδι
  • land transport / TRANSPORT
    desvio do voo
    el
    απόκλιση σχεδίου πτήσεως
  • social sciences
    desvio social
    el
    κοινωνική απόκλιση
  • earth sciences / life sciences
    desvio radial
    el
    ακτινική μετατόπιση
  • LAW / FINANCE
    desvio fiscal
    el
    φορολογικό στοιχείο
  • taxation
    desvio pautal
    el
    δασμολογική παρεκτροπή
  • precision engineering
    desvio do zero / deriva do zero / deriva da resposta ao zero
    el
    απόκλιση του "μηδέν", μετατόπιση του "μηδέν", ολίσθηση μηδενός
  • statistics
    erro mediano / erro equiprovável / erro provável / desvio provável / desvio mediano / desvio equiprovável
    el
    πιθανό σφάλμα
  • earth sciences
    taxa de derivação / taxa de desvio
    el
    λόγος εκτροπής
  • industrial structures
    desvio angular / enviesamento
    el
    γωνιακή απόκλιση
  • technology and technical regulations
    desvio efetivo
    el
    πραγματική απόκλιση
  • electronics and electrical engineering
    desvio de fase
    el
    μετατόπιση φάσεως, μετατόπιση φάσης
  • electronics and electrical engineering
    desvio de fase
    el
    μετατόπιση φάσης, τρανζίστορ
  • communications
    desvio de fase
    el
    φασική απόκλιση, απόκλιση φάσης
  • electronics and electrical engineering
    desvio de zero
    el
    μετατόπιση του μηδενός
  • mechanical engineering / building and public works
    tubo de desvio
    el
    στόμιον εκτροπής
  • textile industry
    desvio angular
    el
    στραβό, λοξό
  • mechanical engineering
    desvio de cabo
    el
    παρέκκλιση συρματόσχοινου, απόκλιση συρματόσχοινου
  • mechanical engineering
    roda de desvio
    el
    τροχαλία απόκλισης, τροχαλία παρέκκλισης
  • mechanical engineering
    roda de desvio
    el
    τροχαλία αναστροφής
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – desvio no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-17 17:21:12]. Disponível em