determinar

de.ter.mi.nar
dətərmiˈnar
verbo transitivo
1.
προσδιορίζω, καθορίζω, υπολογίζω
sinónimo
calcular
determinar a capacidade dum depósito
υπολογίζω την χωρητικότητα μιας δεξαμενής
determinar a largura duma via
προσδιορίζω το φάρδος ενός δρόμου
determinar a posição dum astro
υπολογίζω τη θέση ενός άστρου
determinar uma percentagem de lucro
καθορίζω ένα ποσοστό κέρδους
2.
προσδιορίζω
sinónimo
indicar
determinar os dados a preencher
προσδιορίζω ποια στοιχεία πρέπει να συμπληρωθούν
determinou as circunstâncias do acidente
προσδιόρισε τις συνθήκες του ατυχήματος
3.
καθορίζω
sinónimo
delinear
aquele resultado determinará as minhas próximas resoluções
εκείνο το αποτέλεσμα θα καθορίσει τις επόμενες αποφάσεις μου
um facto que determinou a sua vida futura
ένα γεγονός που καθόρισε τη μελλοντική του ζωή
4.
ορίζω, προσδιορίζω
sinónimo
delimitar
determinar fronteiras
ορίζω σύνορα
5.
(estabelecer) ορίζω, καθορίζω
determinar a data dum exame
ορίζω την ημερομηνία μιας εξέτασης
determinar o prazo de entrega dum trabalho
ορίζω την προθεσμία παράδοσης μιας εργασίας
6.
ορίζω, διατάζω
sinónimo
ordenar
a lei determina que...
ο νόμος ορίζει ότι...
obedeci àquilo que determinaram os meus superiores
υπάκουσα σε όσα όρισαν οι ανώτεροί μου
o general determinou que se atacasse
ο στρατηγός διέταξε να γίνει επίθεση
7.
προξενώ, προκαλώ
sinónimo
causar
a seca determinou a escassez das colheitas
η ξηρασία προκάλεσε την ανεπάρκεια των σοδειών
8.
GRAMÁTICA ορίζω
palavra que determina um substantivo
λέξη που ορίζει ένα ουσιαστικό
Porto Editora – determinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-16 10:28:39]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
aparelho para determinar o sexo dos pintos
συσκευή διαλογής νεοσσών, συσκευή προσδιορισμού του φύλου των νεοσσών
ATIVIDADE POLÍTICA
perseguição por motivos de pertença a um determinado grupo social
δίωξη λόγω συγκεκριμένης κοινωνικής προέλευσης
CIÊNCIAS
direção observada do ponto a determinar com pontos da rede (azimutar)
παρατηρηθείσα διεύθυνση από σημείο που πρόκειται να προσδιοριστεί προς διάφορα σημεία του δικτύου
determinado fotometricamente / determinação fotométrica
φωτομετρική ανίχνευση
VER +