detestar

de.tes.tar
dətəʃˈtar
verbo transitivo
1.
απεχθάνομαι, αποστρέφομαι, σιχαίνομαι
detesta a vida da aldeia
απεχθάνεται τη ζωή στο χωριό
detesta o bulício da cidade
απεχθάνεται το τρεχαλητό της πόλης
detesta os aduladores
απεχθάνεται τους κόλακες
detesta queijo
αποστρέφεται το τυρί
detestar a violência
σιχαίνομαι τη βία
detesta sentir-se na dependência dos pais
απεχθάνεται να νιώθει εξάρτηση από τους γονείς του
2.
μισώ, αποστρέφομαι
desde então, detestam-se
από τότε, μισούν ο ένας τον άλλο
detestar um colega
μισώ ένα συνάδελφο
VER +
Porto Editora – detestar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:22:25]. Disponível em