deturpar

de.tur.par
dəturˈpar
verbo transitivo
2.
διαστρεβλώνω, παραμορφώνω, παραποιώ, στρεβλώνω
deturpar o sentido das palavras (de alguém)
διαστρεβλώνω το νόημα των λεγομένων (κάποιου)
deturpou a verdade
παραποίησε την αλήθεια
3.
διαφθείρω, εξαχρειώνω, εκφαυλίζω
deturpar a integridade (de alguém)
διαφθείρω την ακεραιότητα (κάποιου)
Como referenciar: Porto Editora – deturpar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 23:33:03]. Disponível em