difícil

adjetivo de 2 géneros
1.
δύσκολος, δυσχερής
a atual situação é difícil
η νυν κατάσταση είναι δυσχερής
a travessia foi difícil
ο διάπλους ήταν δύσκολος
passámos momentos difíceis
περάσαμε δύσκολες στιγμές
teve uma vida difícil
είχε δύσκολη ζωή
2.
δύσκολος
atualmente, é difícil encontrar emprego
σήμερα, είναι δύσκολο να βρεις δουλειά
cliente difícil de contentar
πελάτης δύσκολος στο να ικανοποιηθεί
dar uma matéria difícil
παραδίδω μια δύκολη ύλη
é difícil que isso aconteça
είναι δύσκολο να συμβεί αυτό
foi difícil a obtenção de um acordo
ήταν δύσκολη η επίτευξη συμφωνίας
isto é difícil de entender
αυτό είναι δύσκολο να κατανοηθεί
local de acessos difíceis
τόπος με δύσκολες προσβάσεις
pessoa de feitio difícil
άνθρωπος με δύσκολο χαρακτήρα
resolver um problema difícil
λύνω ένα δύσκολο πρόβλημα
nome masculino
δύσκολο neutro
o difícil é contentá-los a ambos
το δύσκολο είναι να τους ευχαριστήσεις και τους δύο
o mais difícil foi arranjar trabalho
το πιο δύσκολο ήταν να βρω δουλειά
difícil de conseguir
δυσεπίτευκτος, δυσκατόρθωτος, δυσκολοκατόρθωτος
difícil de controlar
δυσεξέλεγκτος
difícil de corrigir
δυσδιόρθωτος
difícil de diagnosticar
δυσδιάγνωστος
difícil de digerir
δυσκολοχώνευτος, δύσπεπτος
difícil de dissolver
δυσδιάλυτος
difícil de engolir
δυσκατάποτος
difícil de escalar
δυσανάβατος
difícil de explicar
δυσεξήγητος
difícil de governar/administrar
δυσδιοίκητος
difícil de interpretar
δυσερμήνευτος
difícil de manejar
δυσκολομεταχείριστος
difícil de preencher
δυσαναπλήρωτος
vazio difícil de preencher
δυσαναπλήρωτο κενό
difícil de provar
δυσαπόδεικτος
difícil de realizar
δυσεκπλήρωτος
ser de difícil compreensão
είμαι αργόστροφος
tornar-se difícil
δυσκολεύω
a situação tornou-se difícil
η κατάσταση δυσκόλεψε
Porto Editora – difícil no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 10:46:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
animal de má conversão alimentar / difícil de alimentar
κακής θρεπτικής μετατρεψιμότητας
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS
Comissão para os refugiados e as pessoas residentes em enclaves, desaparecidas e em situações difíceis
Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προσφύγων-Εγκλωβισμένων-Αγνοουμένων-Παθόντων
CIÊNCIAS, ENERGIA
exploração realizada em camadas com encontros difíceis
εξόρυξη η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα σε φλέβες περίπλοκης στρωματογραφίας
VER +