diminuir

verbo transitivo
1.
ελαττώνω, μειώνω, λιγοστεύω, χαμηλώνω
sinónimo
baixar
diminuir o consumo de fármacos
χαμηλώνω την ανάλωση φαρμάκων
diminuir o défice
μειώνω το έλλειμμα
diminuir o uso de combustíveis fósseis
λιγοστεύω τη χρήση ορυκτών καυσίμων
diminuir um preço/imposto
ελαττώνω μια τιμή/έναν φόρο
diminuiu a sua dependência dos pais
μείωσε την εξάρτησή του από τους γονείς του
o comprimido diminuiu a febre
το χάπι μείωσε τον πυρετό
o vento diminuiu a temperatura
ο αέρας ελάττωσε τη θερμοκρασία
2.
μικραίνω, μειώνω
sinónimo
reduzir
diminuir a duração duma viagem
μειώνω τη διάρκεια ενός ταξιδιού
diminuir o horário de trabalho
μειώνω το ωράριο εργασίας
diminuir o número de alunos por turma
μειώνω τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα
diminuiu a altura da cortina
μίκρυνε το ύψος της κουρτίνας
3.
μειώνω, λιγοστεύω
sinónimo
rarear
fatores que diminuem a circulação monetária
παράγοντες που μειώνουν τη νομισματική κυκλοφορία
4.
μειώνω, ελαττώνω, μετριάζω, απαλύνω
sinónimo
abrandar
remédio que diminui as dores
φάρμακο που μειώνει τους πόνους
5.
MATEMÁTICA αφαιρώ
diminuir um número de outro
αφαιρώ έναν αριθμό από έναν άλλο
diminuiu cinco euros no preço inicial
αφαίρεσε πέντε ευρώ από την αρχική τιμή
6.
figurado μειώνω, υποβιβάζω, υποτιμώ
sinónimo
rebaixar
diminuir os méritos (de alguém)
μειώνω τα προσόντα (κάποιου)
não disse aquilo para te diminuir
δεν το είπα για να σε υποτιμήσω
7.
χάνω [de, -]
sinónimo
decrescer
a chuva está a diminuir de intensidade
η βροχή χάνει ένταση
com a idade, diminuiu de altura
με την ηλικία, έχασε ύψος
não deves diminuir de peso
δεν πρέπει να χάσεις βάρος
o carro diminuiu de velocidade
το αμάξι έχασε ταχύτητα
verbo intransitivo
1.
ελαττώνομαι, λιγοστεύω, χαμηλώνω, μειώνομαι
sinónimo
baixar
as reservas de água estão a diminuir
τα αποθέματα νερού μειώνονται
era bom que o consumo de tabaco diminuísse
θα ήταν καλό να ελαττωθεί η κατανάλωση καπνού
felizmente, as minhas despesas diminuíram
ευτυχώς, τα έξοδα μου λιγόστεψαν
pressionou o travão e a velocidade diminuiu
πίεσε το φρένο και η ταχύτητα ελαττώθηκε
2.
μικραίνω, μειώνομαι
sinónimo
reduzir-se
os dias já estão a diminuir
οι μέρες ήδη μικραίνουν
3.
λιγοστεύω, μειώνομαι
sinónimo
escassear
as crianças da nossa escola diminuíram
τα παιδιά του σχολείου μας μειώθηκαν
as suas visitas iam diminuindo
οι επισκέψεις του όλου και λιγόστευαν
4.
ελαττώνομαι, μειώνομαι, μετριάζομαι
sinónimo
abrandar
a dor começava a diminuir
ο πόνος άρχιζε να ελαττώνεται
diminuir a velocidade
κόβω/μειώνω/ελαττώνω ταχύτητα
Porto Editora – diminuir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-26 23:16:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
diminuir os efetivos bovinos ou ovinos
μειώνω τον αριθμό των βοοειδών ή προβατοειδών
o emprego de máquinas ou alfaias para fenação diminuem as necessidades de mão de obra
η χρήση χορτοκοπτικών μηχανών ή εργαλείων μειώνει τις ανάγκες σε εργατικά χέρια
ECONOMIA
preço diminuído do montante contratual de reembolsos
τιμή μείον το ποσό των επιστροφών
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
diminuir as existências
εξαντλώ το απόθεμα
VER +