discutir

dis.cu.tir
diʃkuˈtir
verbo transitivo
1.
συζητώ
a Assembleia está a discutir o abolimento dum imposto
η Βουλή συζητά την κατάργηση κάποιου φόρου
discutimos a questão do aborto
συζητήσαμε το θέμα της έκτρωσης
discutir o futuro duma empresa
συζητώ το μέλλον μιας επιχείρησης
2.
αμφισβητώ
discutir a autoridade (de alguém)
αμφισβητώ το κύρος (κάποιου)
discutir a validade duma solicitação
αμφισβητώ την εγκυρότητα μιας απαίτησης
discutir uma ordem
αμφισβητώ μια διαταγή
verbo intransitivo
1.
λογοφέρνω, λογομαχώ, φιλονικώ, μαλώνω
discutiu com o irmão
λογόφερε με τον αδελφό του
eles só sabem discutir
δεν ξέρουν παρά να λογομαχούν
nós discutimos
εμείς μαλώσαμε
2.
αντιμιλώ
não discutas, não quero arreliar-me contigo
μην αντιμιλάς, δεν θέλω να τσατιστώ μαζί σου
discutir o sexo dos anjos
βυζαντινολογώ
Porto Editora – discutir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 19:18:49]. Disponível em