distinto

distinta
adjetivo
1.
ξεχωριστός, διαφορετικός
essa é uma questão distinta
αυτό είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα
povos com hábitos distintos
λαοί με διαφορετικές συνήθειες
têm opiniões bem distintas
έχουν πολύ ξεχωριστές απόψεις
trata-se dum povo distinto
πρόκειται για ένα διαφορετικό λαό
2.
ξεχωριστός
as alfaias eram guardadas numa arrecadação distinta
τα εργαλεία φυλάσσονταν σε μια ξεχωριστή αποθήκη
têm lição em salas distintas
έχουν μάθημα σε ξεχωριστές αίθουσες
3.
ευδιάκριτος
uma silhueta bem distinta recortou-se...
μια πολύ ευδιάκριτη σιλουέτα διαγράφτηκε...
um som bem distinto
ένας πολύ ευδιάκριτος ήχος
4.
διαπρεπής, διακεκριμμένος, ξεχωριστός
um cientista distinto
ένας διακεκριμμένος επιστήμονας
um professor distinto
ένας διαπρεπής καθηγητής
5.
αριστοκρατικός, κυριλέ coloquial
maneiras distintas
αριστοκρατικοί τρόποι
pessoa de porte distinto
άτομο με αριστοκρατικό παράστημα
roupa de corte distinto
ρούχα με κυριλέ κόψιμο
ter um ar distinto
έχει αριστοκρατικό ύφος
6.
αριστούχος
aluno distinto
αριστούχος μαθητής
7.
αξιότιμος, εντιμότατος
distinto senhor, nada me poderia ser mais agradável do que...
αξιότιμε κύριε, τίποτα δεν θα μπορούσε να με ευχαριστήσει περισσότερο από...
distinto
forma do verbo distinguir
particípio passado de distinguir
Porto Editora – distinto no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 04:02:49]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
variedade distinta
διακριτή ποικιλία
ECONOMIA
produtos distintos
διαφορετικά αγαθά
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
nome distinto
διακεκριμένο όνομα
nome distinto relativo
σχετικό διακεκριμένο όνομα
valor distinto
διακεκριμένη τιμή
VER +