divagar

di.va.gar
divɐˈɡar
verbo intransitivo
1.
περιπλανιέμαι, περιπλανώμαι
divagar sem rumo
περιπλανιέμαι χωρίς σκοπό
2.
παρεκβαίνω
falar sem divagar sobre outros assuntos
μιλώ χωρίς να παρεκβαίνω σε άλλα ζητήματα
3.
ονειροπολώ, παραμιλώ
à medida que ia andando, ia divagando
περπατούσε και παραμιλούσε
poeta que passa os dias a divagar
ποιητής που περνάει τις μέρες του ονειροπολώντας
4.
παραμιλώ, παραληρώ, παραλογίζομαι
coitado, farta-se de divagar
τον καημένο, δεν κάνει άλλο από το να παραμιλά
ANAGRAMAS
Porto Editora – divagar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 16:52:47]. Disponível em