divergir

di.ver.gir
divərˈʒir
verbo transitivo
1.
αποκλίνω [de, από], διαφέρω [de, από]
os seus hábitos divergem dos da maioria das pessoas
οι συνήθειές του διαφέρουν από εκείνες των περισσότερων ανθρώπων
2.
διίσταμαι [de, από], διαφέρω [de, από]
a minha opinião diverge da dele
η γνώμη μου διίσταται από τη δική του
Porto Editora – divergir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 07:08:06]. Disponível em