duro

dura
du.ro
ˈduru
adjetivo
σκληρός
a ala dura dum partido
η σκληρή πτέρυγα ενός κόμματος
assento/colchão duro
σκληρό κάθισμα/στρώμα
a verdade é dura
η αλήθεια είναι σκληρή
carapaça dura
σκληρό καβούκι
carne dura
σκληρό κρέας
comer pão duro
τρώω σκληρό ψωμί
drogas duras
σκληρά ναρκωτικά
exige uma disciplina dura
απαιτεί σκληρή πειθαρχία
fruto de casca dura
καρπός με σκληρό φλοιό
levar uma vida dura
διάγω σκληρή ζωή
metal duro
σκληρό μέταλλο
região de clima duro
περιοχή με σκληρό κλίμα
rocha dura
σκληρό πέτρωμα
ser duro (com alguém)
είμαι σκληρός (με κάποιον)
ter barba dura
έχω σκληρά γένια
uma crítica dura
μια σκληρή κριτική
uma pessoa dura, mas justa
ένας σκληρός, μα δίκαιος άνθρωπος
um castigo duro
μια σκληρή τιμωρία
nome masculino, feminino
figurado, coloquial
σκληρό καρύδι neutro
nome masculino
(moeda espanhola) ντούρο neutro
advérbio
σκληρά
trabalhar duro
δουλεύω σκληρά
duro de cabeça
σκληροκέφαλος, ξεροκέφαλος
no duro
σκληρά
trabalhar no duro
δουλεύω σκληρά
ser duro de ouvido
είμαι περήφανος στ' αυτιά, βαριακούω
ser duro de roer
είμαι σκληρό καρύδι
ter um coração duro
είμαι σκληρόκαρδος
duro
forma do verbo durar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu duro
Porto Editora – duro no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 04:28:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
milho duro vítreo
σκληρός αραβόσιτος υαλώδους όψεως
queijo de centro duro
τυρί με σκληρό πυρήνα
balanço duro
απότομη κλίση
AGROALIMENTAR
coxa / coxão duro
νουά
CIÊNCIAS
magneto duro
σκληρός μαγνήτης
supercondutor do tipo II / supercondutor duro
σκληρός υπεραγωγός, υπεραγωγός δεύτερου είδους
pelo duro
σκληρό τρίχωμα
VER +