edificar

e.di.fi.car
idifiˈkar
verbo transitivo
1.
οικοδομώ, κτίζω, κατασκευάζω
edificar um palácio
οικοδομώ ένα ανάκτορο
2.
κτίζω, ανεγείρω
edificar uma cidade
κτίζω μια πόλη
3.
figurado οικοδομώ
edificar um império
οικοδομώ μια αυτοκρατορία
edificar um sistema fiscal
οικοδομώ ένα φορολογικό σύστημα
4.
figurado διαπαιδαγωγώ, δίνω το καλό παράδειγμα
a história da sua vida edificou os ouvintes
η ιστορία της ζωής του έδωσε το καλό παράδειγμα στους ακροατές
leitura que edifica
ανάγνωσμα που διαπαιδαγωγεί
ANAGRAMAS
Porto Editora – edificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:45:35]. Disponível em