embaraçar

em.ba.ra.çar
ẽbɐrɐˈsar
verbo transitivo
1.
εμποδίζω, ενοχλώ, δυσκολεύω
as cadeias embaraçavam-lhe o andar
οι αλυσίδες εμπόδιζαν το βήμα του
uma veste muito largueirona que lhe embaraçava os movimentos
ένα πολύ φαρδύ ένδυμα που δυσκόλευε τις κινήσεις της
2.
δυσχεραίνω, δυσκολεύω, παρακωλύω
embaraçar a passagem (a alguém)
δυσχεραίνω τη διέλευση (κάποιου)
embaraçar a realização dum encontro
παρακωλύω τη διεξαγωγή συνάντησης
estava muita gente a embaraçar o acesso ao ministério
ήταν πολύς κόσμος που δυσκόλευε την πρόσβαση στο υπουργείο
3.
μπλέκω, μπερδεύω
o vento embaraçou-lhe o cabelo
ο αέρας της έμπλεξε τα μαλλιά
4.
φέρω σε αμηχανία, σαστίζω
a atitude dela embaraçou-me
το φέρσιμό της μ' έφερε σε αμηχανία
aquela pergunta embaraçou-me
εκείνο το ερώτημα μ' έφερε σε αμηχανία
Porto Editora – embaraçar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 18:12:15]. Disponível em