eminente

e.mi.nen.te
emiˈnẽt(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
υψηλός
as tropas ocuparam um lugar eminente
τα στρατεύματα κατέλαβαν ένα υψηλό σημείο
2.
figurado εξέχων, επιφανής, διαπρεπής, διακεκριμένος
digno dum cargo eminente
άξιος μιας εξέχουσας θέσης
figura eminente da vida política
εξέχουσα μορφή της πολιτικής ζωής
um médico eminente
ένας διακεκριμένος γιατρός
Porto Editora – eminente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 02:31:13]. Disponível em