empapar

em.pa.par
ẽpɐˈpar
verbo transitivo
1.
μουσκεύω
a chuva empapou os canteiros
η βροχή μούσκεψε τα παρτέρια
deitou miolo na sopa para o empapar
έριξε ψίχα στη σούπα για να την μουσκέψει
2.
μουσκεύω, διαποτίζω, διαβρέχω
a urina empapou a fralda
τα ούρα μούσκεψαν την πάνα
o suor empapava-lhe a camisa
ο ιδρώτας διαπότιζε το πουκάμισό του
3.
figurado εξασθενίζω, μετριάζω
a almofada empapou a pancada
το μαξιλάρι εξασθένισε το χτύπημα
Porto Editora – empapar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 19:34:46]. Disponível em