encabeçar

en.ca.be.çar
ẽkɐbəˈsar
verbo transitivo
1.
ηγούμαι, είμαι επικεφαλής
o oficial que encabeçava a unidade
ο αξιωματικός που ηγούταν της μονάδας
os sindicalistas que encabeçaram a manifestação
οι συνδικαλιστές που ηγήθηκαν της διαδήλωσης
2.
επιγράφω
o título encabeça a folha
ο τίτλος επιγράφει τη σελίδα
3.
είμαι στην κορυφή
ele encabeçava a lista dos dissidentes
αυτός ήταν στην κορυφή της λίστας με τους διαφωνούντες
4.
ματίζω
encabeçar duas tábuas
ματίζω δύο σανίδες
Porto Editora – encabeçar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 06:07:12]. Disponível em