encantado

encantada
en.can.ta.do
ẽkɐ̃ˈtadu
adjetivo
1.
μαγεμένος
lugar encantado
μαγεμένο μέρος
palácio encantado
μαγεμένο παλάτι
príncipe encantado
μαγεμένος πρίγκιπας
2.
γοητευμένος, καταγοητευμένος
estou encantado com ela
είμαι γοητευμένος μαζί της
fiquei encantada com a sua delicadeza
έμεινα γοητευμένη με την ευγένειά του
minha senhora, estou encantado por a conhecer
κυρία μου, είμαι καταγοητευμένος που σας γνωρίζω
3.
κατευχαριστημένος
está encantado com o desfecho da questão
είναι κατευχαριστημένος με την κατάληξη της υπόθεσης
fiquei encantado com a tua escolha
έμεινα κατευχαριστημένος με την επιλογή σου
sentia-se encantada com aquela perspetiva
ένιωθε κατευχαριστημένη μ' εκείνη την προοπτική
encantado
forma do verbo encantar
particípio passado de encantar
Porto Editora – encantado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 02:06:35]. Disponível em