encantar

en.can.tar
ẽkɐ̃ˈtar
verbo transitivo
1.
μαγεύω, κάνω μάγια [σε]
a bruxa encantou o príncipe
η μάγισσα έκανε μάγια στον πρίγκιπα
2.
μαγεύω
encantar serpentes
μαγεύω φίδια
3.
μαγεύω, σαγηνεύω, γοητεύω
dali, usufruía-se uma vista que encantava
από εκεί, χαιρόταν κανείς μια θέα που γοήτευε
ela encantou-me com a sua bondade
με σαγήνευσε με την καλοσύνη της
o espetáculo encantou-nos
η παράσταση μας μάγεψε
4.
κατευχαριστώ
a decisão tomada encantou-me
η απόφαση που πάρθηκε με κατευχαρίστησε
encanta-me que queiras vir comigo
το ότι θέλεις να έρθεις μαζί μου με κατευχαριστεί
ANAGRAMAS
Porto Editora – encantar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 12:30:40]. Disponível em