encarar

en.ca.rar
ẽkɐˈrar
verbo transitivo
2.
αντικρίζω, αντιμετωπίζω
encararam o perigo sem vacilar
αντίκρισαν τον κίνδυνο χωρίς δισταγμό
encarar o futuro com apreensão
αντιμετωπίζω το μέλλον με ανησυχία
encarou a situação com cinismo
αντιμετώπισε την κατάσταση με κυνικότητα
encarou o rival, pronto para tudo
αντιμετώπισε τον αντίπαλο, έτοιμος για όλα
o país encarou bem as dificuldades
η χώρα αντιμετώπισε καλά τις δυσκολίες
tens de encarar a realidade
πρέπει να αντικρίσεις την πραγματικότητα
3.
ατενίζω, ενατενίζω
parei o carro para encarar a paisagem
σταμάτησα το αμάξι και ατένισα το τοπίο
4.
figurado εξετάζω, αναλύω
encarou as diferentes facetas do problema
ανέλυσε τις διάφορες πτυχές του προβλήματος
vou encarar várias possibilidades
θα εξετάσω διάφορες πιθανότητες
5.
coloquial πέφτω επάνω [com, σε]
abri a porta, e encarei com um desconhecido
άνοιξα την πόρτα κι έπεσα πάνω σ' έναν άγνωστο
mal entrei, encarei com o professor
μόλις μπήκα, έπεσα πάνω στον καθηγητή
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – encarar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-25 20:26:44]. Disponível em