encorajar

en.co.ra.jar
ẽkurɐˈʒar
verbo transitivo
2.
ενθαρρύνω
acontecimentos que encorajam a onda de protestos
εξελίξεις που ενθαρρύνουν το κύμα διαμαρτυριών
encorajar o consumo
ενθαρρύνω την κατανάλωση
encorajar uma greve
ενθαρρύνω μια απεργία
3.
παροτρύνω, προτρέπω
encorajar (alguém) a falar
παροτρύνω (κάποιον) να μιλήσει
encorajei-o a ir ter com a polícia
τον παρότρυνα να πάει στην αστυνομία
encorajou-me a prosseguir a investigação
με πρότρεψε να συνεχίσω την έρευνά μου
Porto Editora – encorajar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 07:20:04]. Disponível em