enfrentar

en.fren.tar
ẽfrẽˈtar
verbo transitivo
2.
αντικρίζω
enfrentou o outro, olhando-o de frente
αντίκρισε τον άλλο, κοιτάζοντάς τον κατάματα
não teve a coragem de me enfrentar
δεν είχε τα κότσια για να με αντικρίσει
3.
αντικρίζω, αντιμετωπίζω
atrever-se a enfrentar um perigo
αποτολμώ να αντιμετωπίσω έναν κίνδυνο
enfrentar bem uma situação difícil
αντικρίζω καλά μια δύσκολη κατάσταση
enfrentar um futuro funesto
αντιμετωπίζω ένα δυσοίωνο μέλλον
enfrentou as dificuldades com coragem
αντιμετώπισε τις δυσκολίες με θάρρος
tens de enfrentar a verdade
πρέπει να αντικρίσεις την αλήθεια
4.
αντιμετωπίζω, αψηφώ
enfrentar a autoridade patronal
αψηφώ τη δύναμη της εργοδοσίας
enfrentar uma ditadura
αντιμετωπίζω μια δικτατορία
5.
αντιμετωπίζω
enfrentar um adversário
αντιμετωπίζω έναν αντίπαλο
enfrentou o outro, sem se intimidar
αντιμετώπισε τον άλλο, χωρίς να δειλιάσει
os manifestantes cerraram fileiras, para enfrentarem a polícia
οι διαδηλωτές πύκνωσαν τους ζυγούς, για να αντιμετωπίσουν την αστυνομία
6.
αντιμετωπίζω, συναντώ
no próximo jogo, vamos enfrentar a equipa campeã
στο επόμενο παιχνίδι, θα αντιμετωπίσουμε την πρωταθλήτρια ομάδα
figurado enfrentar o touro pelos cornos
αντιμεπτωπίζω αποφασιστικά ένα πρόβλημα/μια πρόκληση
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Como referenciar: Porto Editora – enfrentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-22 04:20:30]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
QUESTÕES SOCIAIS
Rede de Regiões que enfrentam Desafios Demográficos
Δίκτυο Περιφερειών με Δημογραφικές Προκλήσεις
TRANSPORTES
aproar o navio / enfrentar o mar
να πλαγιοδρομίσει, να πλευρίσει
UNIÃO EUROPEIA, DIREITO, EMPREGO E TRABALHO
Livro Verde - Modernizar o direito do trabalho para enfrentar os desafios do século XXI
Πράσινη βίβλος της Επιτροπής «Εκσυγχρονισμός του εργατικού δικαίου για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα»
VER +