engendrar

en.gen.drar
ẽʒẽˈdrar
verbo transitivo
2.
σκαρώνω, σκαρφίζομαι, σοφίζομαι, επινοώ
engendrar uma mentira
σκαρφίζομαι ένα ψέμα
engendrar um estratagema
επινοώ ένα στρατήγημα
engendrou uma boa desculpa
σκάρωσε μια καλή δικαιολογία
engendrou uma maneira de resolver o problema
σοφίστηκε έναν τρόπο να λύσει το πρόβλημα
engendrou um plano para nos enganar
σκαρφίστηκε ένα σχέδιο για να μας γελάσει
3.
γεννώ, δημιουργώ
a cabeça dele engendra muitas ideias
το μυαλό του γεννάει πολλές ιδέες
engendrar o enredo dum romance
δημιουργώ την πλοκή ενός μυθιστορήματος
espírito que engendra utopias
πνεύμα που γεννάει ουτοπίες
4.
γεννώ, εγκυμονώ
a injustiça engendra a revolta
η αδικία γεννάει την αγανάκτηση
uma situação que engendra perigos
μια κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους
Porto Editora – engendrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 11:22:37]. Disponível em