enregelar

en.re.ge.lar
ẽʀəʒəˈlar
verbo transitivo
1.
παγώνω
a água fria enregelou-me o corpo
το κρύο νερό πάγωσε το κορμί μου
o frio enregelou o solo
το κρύο πάγωσε το έδαφος
2.
figurado ακινητοποιώ, καθηλώνω
o medo enregelava-lhe os membros
ο φόβος ακινητοποιούσε τα μέλη του
3.
figurado ψυχραίνω
aquela indiferença enregelou o meu entusiasmo
εκείνη η αδιαφορία ψύχρανε τον ενθουσιασμό μου
verbo intransitivo
1.
παγώνω
a água do rio não enregelou
το νερό του ποταμού δεν πάγωσε
2.
ξεπαγιάζω, ξυλιάζω, κοκκαλιάζω
veste-te bem, se não vais enregelar
ντύσου καλά, αλλιώς θα ξεπαγιάσεις
3.
figurado κοκκαλώνω, παγώνω
enregelar de medo
κοκκαλώνω από το φόβο
4.
figurado ψυχραίνω
depois da discussão, as suas relações enregelaram
μετά τον καυγά, οι σχέσεις τους ψύχραναν
Porto Editora – enregelar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 11:06:37]. Disponível em