enrodilhar

en.ro.di.lhar
ẽʀudiˈʎar
verbo transitivo
1.
κουβαριάζω
enrodilhou o lenço e colocou-o na cabeça, sob o cesto da fruta
κουβάριασε το μαντίλι και το έβαλε στο κεφάλι, κάτω από το καλάθι με τα φρούτα
2.
τσαλακώνω, ζαρώνω
sentei-me em cima do casaco, e enrodilhei-o
κάθισα πάνω στο σακάκι και το τσαλάκωσα
3.
τυλίγω
enrodilhou as pernas das calças até ao joelho
τύλιξε τα μπατζάκια μέχρι το γόνατο
4.
figurado φέρω σε αμηχανία, σαστίζω
aquela pergunta indiscreta enrodilhou-me
εκείνο το αδιάκριτο ερώτημα μ' έφερε σε αμηχανία
5.
figurado τυλίγω, τουμπάρω, ξεγελώ
que imbecil, qualquer um o pode enrodilhar!
τι κουτορνίθι, ο καθένας μπορεί να τον τυλίξει!
Porto Editora – enrodilhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 21:05:07]. Disponível em