entrever

en.tre.ver
ẽtrəˈver
verbo transitivo
2.
προαισθάνομαι
entrever uma desgraça
προαισθάνομαι ένα κακό
3.
διαβλέπω, προβλέπω
aquela reação deixava entrever o que se seguiria
εκείνη η αντίδραση σε άφηνε να προβλέψεις τι θα επακολουθούσε
entrever o desfecho duma crise
διαβλέπω την έκβαση μιας κρίσης
Como referenciar: Porto Editora – entrever no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-17 03:17:45]. Disponível em