envergonhar

en.ver.go.nhar
ẽvərɡuˈɲar
verbo transitivo
1.
φέρνω σε αμηχανία
aquele ambiente desconhecido envergonhou-o
εκείνο το άγνωστο περιβάλλον τον έφερε σε αμηχανία
2.
ντροπιάζω
com o teu procedimento, envergonhaste-nos a todos
με το φέρσιμό σου, ντρόπιασες όλους εμάς
ele envergonhou-me com os seus despropósitos
αυτός με ντρόπιασε με τα ατοπήματά του
envergonhou-te à frente de todos
σε ντρόπιασε μπροστά σε όλους
3.
figurado ντροπιάζω, καταισχύνω
ele envergonhou a família
αυτός ντρόπιασε την οικογένειά του
envergonhou a farda que enverga
καταίσχυνε την στολή που φοράει
Porto Editora – envergonhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 22:27:02]. Disponível em