envolvido

envolvida
adjetivo
αναμιγμένος, ανακατεμένος, μπερδεμένος coloquial
acho que ela também está envolvida no caso
νομίζω πως κι αυτή είναι αναμιγμένη στην υπόθεση
está envolvido num assassínio
είναι μπλεγμένος σε φονικό
estar envolvido numa demanda judicial
είμαι αναμιγμένος σε δικαστική υπόθεση
estar envolvido numa vigarice
είμαι ανακατεμένος σε μια απατεωνιά
os países envolvidos no conflito
οι αναμιγμένες στη σύρραξη χώρες
nome masculino, feminino
εμπλεκόμενος
o projeto entusiasmou todos os envolvidos
το πρότζεκτ ενθουσίασε όλους τους εμπλεκόμενους
envolvido
forma do verbo envolver
particípio passado de envolver
Porto Editora – envolvido no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 11:14:48]. Disponível em