enxergar

en.xer.gar
ẽʃərˈɡar
verbo transitivo
1.
διακρίνω, ξεδιακρίνω
a custo enxerguei a silhueta do navio
μετά βίας διέκρινα τη σιλουέτα του πλοίου
no meio da escuridão, tentava enxergar as casas da aldeia
μέσα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να ξεδιακρίνει τα σπίτια του χωριού
2.
figurado πιάνω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
não enxergar o sentido duma frase
δεν πιάνω το νόημα μιας φράσης
Porto Editora – enxergar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 04:01:28]. Disponível em