erguer

verbo transitivo
1.
σηκώνω, ανασηκώνω
erguer as sobrancelhas
ανασηκώνω τα φρύδια μου
erguer uma carga
σηκώνω ένα φορτίο
ergueu o filho para que todos o vissem
ανασήκωσε το γιο του, για να τον δουν όλοι
ergui o copo
σήκωσα το ποτήρι μου
2.
σηκώνω, ορθώνω, ισιώνω
erguer a cabeça
σηκώνω το κεφάλι μου
erguer as costas
ισιώνω την πλάτη μου
3.
σηκώνω, υψώνω, ανυψώνω
erguer o cano dum canhão
σηκώνω την κάννη κανονιού
erguer o olhar
υψώνω το βλέμμα μου
4.
ανεγείρω, ορθώνω
a ermida foi erguida no cume da colina
το παρεκκλήσι ανεγέρθηκε στην κορυφή του λόφου
erguer um monumento
ανεγείρω ένα μνημείο
erguer um palácio
ορθώνω ένα ανάκτορο
5.
υψώνω
ergueu a voz para se fazer ouvir
ύψωσε την φωνή του για να ακουστεί
6.
figurado κτίζω
erguer um império
κτίζω μια αυτοκρατορία
não foi fácil erguer aquele colosso económico
δεν ήταν εύκολο να κτίσεις εκείνο τον οικονομικό κολοσσό
figurado erguer a cabeça
αναθαρρώ, αφήνω πίσω
aquele fracasso custou-me, mas vou erguer a cabeça e seguir em frente
εκείνη η αποτυχία μου στοίχισε, μα θα αναθαρρήσω και θα συνεχίσω εμπρός
Porto Editora – erguer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 17:49:38]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
erga omnes
έναντι πάντων' απέναντι' εναντίον όλων
EMPREGO E TRABALHO
convenção coletiva erga omnes
συλλογική σύμβαση erga omnes
FINANÇAS
contingente pautal erga omnes
παγιοποιημένη δασμολογική ποσόστωση (erga omnes)
redução pautal aplicada numa base erga omnes
μείωση των δασμών που εφαρμόζεται erga omnes
liberalização erga omnes
ελευθέρωση "erga omnes"
VER +